Θεία Λειτουργία – Η Υπαπαντή του Κυρίου – Κυριακή 2 Φεβρουαρίου. 2014 – Μετόχιο Ι. Μ. Κύκκου, Άγιος Προκόπιος

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Η Υπαπαντή του Κυρίου, Λουκ. β’ 22-40

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀνήγαγον οἱ γονεῖς τό παιδίον Ἰησοῦν εἰς Ἱεροσόλυμα, παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ, καθώς γέγραπται ἐν νόμῳ Κυρίου˙ Ὅτι πᾶν ἄρσεν διανοῖγον μήτραν, ἅγιον τῷ Κυρίῳ κληθήσεται˙ καί τοῦ δοῦναι θυσίαν κατά τό εἰρημένον ἐν νόμῳ Κυρίου, ζεῦγος τρυγόνων, ἤ δύο νεοσσούς περιστερῶν. Καί ἰδού, ἦν ἄνθρωπος ἐν Ἱερουσαλήμ, ᾧ ὄνομα Συμεών˙ καί ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος καί εὐλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ Ἰσραήλ˙ καί Πνεῦμα ἅγιον ἦν ἐπ’ αὐτόν. Καί ἦν αὐτῷ κεχρηματισμένον ὑπό τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου, μή ἰδεῖν θάνατον, πρίν ἤ ἴδῃ τόν Χριστόν Κυρίου. Καί ἦλθεν ἐν τῷ Πνεύματι εἰς τό Ἱερόν˙ καί ἐν τῷ εἰσαγαγεῖν τούς Γονεῖς τό παιδίον Ἰησοῦν, τοῦ ποιῆσαι αὐτούς κατά τό εἰθισμένον τοῦ νόμου περί αὐτοῦ, καί αὐτός ἐδέξατο αὐτό εἰς τάς ἀγκάλας αὑτοῦ, καί εὐλόγησε τόν Θεόν, καί εἶπε˙ Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλόν σου, Δέσποτα, κατά τό ρῆμά σου ἐν εἰρήνῃ˙ ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τό σωτήριόν σου, ὅ ἡτοίμασας κατά πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν˙ φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν, καί δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ. Καί ἦν Ἰωσήφ καί ἡ Μήτηρ αὐτοῦ θαυμάζοντες ἐπί τοῖς λαλουμένοις περί αὐτοῦ. Καί εὐλόγησεν αὐτούς Συμεών, καί εἶπε πρός Μαριάμ τήν Μητέρα αὐτοῦ˙ Ἰδού, οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν, καί ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραήλ, καί εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον˙ καί σοῦ δέ αὐτῆς τήν ψυχήν διελεύσεται ρομφαία˙ ὅπως ἄν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί. Καί ἦν Ἄννα Προφῆτις, θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ˙ αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα ἔτη μετά ἀνδρός ἑπτά, ἀπό τῆς παρθενίας αὑτῆς. Καί αὕτη χήρα ὡς ἐτῶν ὀγδοήκοντα τεσσάρων, ἥ οὐκ ἀφίστατο ἀπό τοῦ Ἱεροῦ, νηστείαις καί δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα καί ἡμέραν˙ καί αὕτη αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα, ἀνθωμολογεῖτο τῷ Κυρίῳ, καί ἐλάλει περί αὐτοῦ, πᾶσι τοῖς προσεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἱερουσαλήμ. Καί ὡς ἐτέλεσαν ἅπαντα τά κατά τόν νόμον Κυρίου, ὑπέστρεψαν εἰς τήν Γαλιλαίαν, εἰς τήν πόλιν αὑτῶν Ναζαρέτ. Τό δέ Παιδίον ηὔξανε, καί ἐκραταιοῦτο πνεύματι, πληρούμενον σοφίας˙ καί χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ’ αὐτό.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Η Υπαπαντή του Κυρίου Λουκ. β’ 22-40 (Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα)

 Τον καιρό εκείνο οδήγησαν οι γονείς το παιδί τους στα Ιεροσόλυμα για να το αφιερώσουν στον Θεό, σύμφωνα με τον νόμο του Κυρίου, αν το πρώτο παιδί που φέρνει μια γυναίκα στον κόσμο είναι αγόρι, πρέπει να θεωρείται αφιερωμένο στον Κύριο και να προσφέρουν θυσία ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια, όπως λέει ο νόμος του Κυρίου. Στα Ιεροσόλυμα βρισκόταν ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Συμεών. Ήταν πιστός και ευλαβής, περίμενε τη σωτηρία του Ισραήλ και τον καθοδηγούσε το Πνεύμα το Άγιο. Του είχε φανερώσει, λοιπόν, το Άγιο Πνεύμα ότι δε θα πεθάνει προτού να δει το Μεσσία. Τότε το Άγιο Πνεύμα του υπέδειξε να πάει στον ναό. Μόλις οι γονείς έφεραν εκεί το παιδί, τον Ιησού, για να κάνουν γι΄ αυτό τα έθιμα του νόμου, τον πήρε στην αγκαλιά του, δόξασε τον Θεό και είπε: «Τώρα, Κύριε, μπορείς ν’ αφήσεις τον δούλο σου να πεθάνει ειρηνικά, όπως του υποσχέθηκες, γιατί τα μάτια μου είδαν τον σωτήρα που ετοίμασες για όλους τους λαούς, φως που θα φωτίσει τα έθνη και θα δοξάσει τον λαό σου τον Ισραήλ». Ο Ιωσήφ και η μητέρα του θαύμαζαν για όσα λέγονταν γι’ αυτό. Ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε στη Μαριάμ, τη μητέρα του Ιησού: «Αυτός θα γίνει αιτία να καταστραφούν ή να σωθούν πολλοί Ισραηλίτες. Θα είναι σημείο αντιλεγόμενο, για να φανερωθούν οι πραγματικές διαθέσεις πολλών˙ όσο για σένα, ο πόνος για το παιδί σου θα διαπεράσει την καρδιά σου σαν δίκοπο μαχαίρι». Στα Ιεροσόλυμα ζούσε μια γυναίκα που προφήτευε και την έλεγαν Άννα˙ ήταν θυγατέρα του Φανουήλ από τη φυλή του Ασήρ. Αυτή ήταν πολύ ηλικιωμένη. Έζησε εφτά χρόνια με τον άντρα της μετά το γάμο και τώρα χήρα, ηλικίας 84 χρονών, δεν έφυγε από τον ναό, αλλά λάτρευε τον Θεό νύχτα και μέρα με νηστείες και προσευχές. Αυτή παρουσιάστηκε εκείνη την ώρα και δοξολογούσε τον Θεό και μιλούσε για το παιδί σε όλους όσοι στην Ιερουσαλήμ περίμεναν τη λύτρωση. Όταν έκαναν όλα όσα πρόσταζε ο νόμος του Κυρίου, γύρισαν στη Γαλιλαία, στην πόλη τους τη Ναζαρέτ. Το παιδί στο μεταξύ μεγάλωνε και δυνάμωνε στο πνεύμα, γέμιζε από σοφία, και η χάρη του Θεού ήταν μαζί του.

Το νόημα της εορτής

Το σημαντικό στην ευαγγελική περικοπή είναι ότι ο Χριστός έγινε πραγματικά άνθρωπος και, όπως συνέβη π.χ. και στην περιτομή, έδειξε υπακοή και υποταγή στο νόμο και ταπείνωση με την παρουσίαση Του στο Ναό. Είναι ακόμα ένα τρανταχτό παράδειγμα της ενανθρωπήσεως του Χριστού.
Η εορτή της Υπαπαντής τιμάται από την Εκκλησία μας στις 2 Φεβρουαρίου, 40 μέρες μετά τα Χριστούγεννα. Ονομάζεται Υπαπαντή γιατί ο Συμεών υπήντησε, δηλαδή υποδέχτηκε τον Κύριο.

Ερμηνεία της εικόνας

– Από τη μια μεριά είναι ο Συμεών που δέχεται στην αγκαλιά του το Βρέφος-Χριστό. Τα χέρια σκεπασμένα από ευλάβεια και το κορμί είναι κυρτό από τα χρόνια και είναι ασπρομάλλης.
– Απέναντι βρίσκεται η Παναγία με τον Ιωσήφ και την προφήτιδα Άννα.
– Η Παναγία απλώνει το δεξί της χέρι σε στάση δέησης και προσφοράς.
– Ο Ιωσήφ κρατάει δύο τρυγόνια.
– Η Προφήτιδα Άννα βρίσκεται κοντά στη Θεοτόκο, πολύ ηλικιωμένη, και συνήθως κρατάει ένα χαρτί που γράφει: «τούτο το βρέφος ουρανόν και γην εστερέωσεν».

Απολυτίκιο της εορτής

Ἦχος α”
Χαῖρε κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε· ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, φωτίζων τοὺς ἐν σκότει. Εὐφραίνου καὶ σὺ Πρεσβύτα δίκαιε, δεξάμενος ἐν ἀγκάλαις τὸν ἐλευθερωτὴν τῶν ψυχῶν ἡμῶν, χαριζόμενος ἡμῖν καὶ τὴν Ἀνάστασιν.

Χαίρε Κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε, διότι από σένα ανέτειλε ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, ο Χριστός, που είναι Θεός μας, και που φωτίζει αυτούς που βρίσκονται στο σκοτάδι. Να ευφραίνεσαι και εσύ Δίκαιε Γέροντα, που δέχτηκες στην αγκαλιά σου τον ελευθερωτή των ψυχών μας, Αυτόν που μας χαρίζει και την Ανάσταση.
Προσεγγίσεις στην εορτή

Σαράντα μέρες μετά τα Χριστούγεννα, οι ενορίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας γιορτάζουν την Υπαπαντή του Κυρίου. Όμως επειδή συνήθως η γιορτή πέφτει σε εργάσιμη μέρα, έχει σχεδόν μισοξεχαστεί. Παρ’ όλα αυτά έρχεται όταν η Εκκλησία ολοκληρώνει «το χρόνο των Χριστουγέννων», αποκαλύπτοντας και συγκεφαλαιώνοντας το νόημα των Χριστουγέννων σ’ ένα ρεύμα καθαρής και βαθιάς χαράς. Η εορτή αναφέρεται σ’ ένα γεγονός που καταγράφεται στο ευαγγέλιο του αποστόλου Λουκά. Σαράντα μέρες μετά τη γέννηση του Ιησού Χριστού στη Βηθλεέμ, ο Ιωσήφ και η Μαρία, ακολουθώντας τη θρησκευτική συνήθεια της εποχής, «ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ, καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ Κυρίου…» (Λουκ. Β΄ 22-23).
Πόσο εκπληκτική και όμορφη είναι η εικόνα, ο πρεσβύτερος να κρατά στην αγκαλιά του το βρέφος, και πόσο παράξενα τα λόγια του: «ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου…». Συλλογισμένοι αυτά τα λόγια, αρχίζουμε να εκτιμούμε το βάθος αυτού του γεγονότος και τη σχέση που έχει με μας, με μένα, με την πίστη μας. Υπάρχει στον κόσμο κάτι πιο χαρούμενο από μια συνάντηση, μια «υπαπαντή» με κάποιον που αγαπάς; Είναι αλήθεια πως το να ζεις σημαίνει να περιμένεις, να αποβλέπεις σε μια συνάντηση. Δεν είναι άραγε η υπερβολική και όμορφη προσδοκία του Συμεών το σύμβολό της; Δεν είναι η πολύχρονη ζωή του σύμβολο της προσδοκίας, αυτός ο «πρεσβύτης» που περνά ολόκληρη τη ζωή του περιμένοντας το φως που φωτίζει τους πάντες και τη χαρά που πληρώνει τα πάντα; Πόσο δε απροσδόκητο, πόσο άρρητα όμορφο είναι το ότι το πολυαναμενόμενο φως και η χαρά έρχεται στον πρεσβύτη Συμεών με ένα παιδί! Φανταστείτε τα τρεμάμενα χέρια του γέροντα Συμεών καθώς παίρνει στην αγκαλιά του το σαρανταήμερο βρέφος τόσο τρυφερά και προσεκτικά, ατενίζοντας το μικρό πλάσμα, και πλημμυρίζοντας από δοξολογία: «νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλον σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ∙ ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».
Ο Συμεών περίμενε. Περίμενε σε ολόκληρη τη ζωή του, και είναι βέβαιο πως στοχαζόταν, προσευχόταν και βάθαινε καθώς περίμενε έτσι, ώστε στο τέλος ολόκληρη η ζωή του να είναι μια συνεχής «παραμονή» της χαρούμενης συνάντησης.
Δεν είναι καιρός να αναρωτηθούμε τι περιμένουμε; Τι επιμένει η καρδιά μας να μας υπενθυμίζει συνεχώς; Μεταμορφώνεται βαθμιαία η ζωή μας σε μια αναμονή, καθώς περιμένουμε να συναντηθούμε με τα ουσιώδη; Αυτά είναι τα ερωτήματα που θέτει η Υπαπαντή. Εδώ, σ’ αυτή τη γιορτή η ζωή του ανθρώπου αποκαλύπτεται ως ανυπέρβλητη ομορφιά μιας ώριμης ψυχής, που έχει απελευθερωθεί, βαθύνει και καθαριστεί από καθετί το μικρόψυχο, το ανόητο και τυχαίο. Ακόμη και τα γηρατειά και ο θάνατος, η γήινη μοίρα που όλοι μας μοιραζόμαστε, παρουσιάζονται εδώ τόσο απλά και πειστικά ως ανάπτυξη και άνοδος προς εκείνη τη στιγμή, όταν με όλη μου την καρδιά, στην πληρότητα της ευχαριστίας, θα πω: «νυν απολύεις». Είδα το φως να διαπερνά τον κόσμο. Είδα το «Παιδίον», που φέρνει στον κόσμο τόση θεϊκή αγάπη, και που παραδίδεται σε μένα. Τίποτε δεν προκαλεί φόβο, τίποτε δεν είναι άγνωστο, όλα τώρα είναι ειρήνη, ευχαριστία, αγάπη.
Αυτά φέρνει η Υπαπαντή του Κυρίου. Εορτάζει τη συνάντηση της ψυχής με την Αγάπη, τη συνάντηση μ’ Αυτόν που μας έδωσε τη ζωή, και που μου έδωσε το κουράγιο να τη μεταμορφώσω σε αναμονή.
(π. Αλεξάνδρου Σμέμαν,«Εορτολόγιο» σελ. 85-88)