Δ’ Κυριακή των Νηστειών – Μνήμη Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος – Χειροτονία Νικόλαου Παζαρά εις διάκονον απο το Πανιερώτατο Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρο

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Μαρκ. θ’ 17 – 31 «Θεραπεία του παιδιού με το δαιμονικό πνεύμα»

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἄνθρωπός τις προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, γονυπετῶν αὐτόν, καί λέγων˙ Διδάσκαλε, ἤνεγκα τόν υἱόν μου πρός σέ, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον˙ καί ὅπου ἄν αὐτόν καταλάβῃ, ρήσσει αὐτόν˙ καί ἀφρίζει, καί τρίζει τούς ὀδόντας αὑτοῦ, καί ξηραίνεται˙ καί εἶπον τοῖς Μαθηταῖς σου, ἵνα αὐτό ἐκβάλωσι, καί οὐκ ἴσχυσαν. Ὁ δέ ἀποκριθείς αὐτῷ λέγει˙ Ὦ γενεά ἄπιστος, ἕως πότε πρός ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετε αὐτόν πρός με. Καί ἤνεγκαν αὐτόν πρός αὐτόν˙ καί ἰδών αὐτόν, εὐθέως τό πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν˙ καί πεσών ἐπί τῆς γῆς, ἐκυλίετο ἀφρίζων. Καί ἐπηρώτησε τόν πατέρα αὐτοῦ˙ Πόσος χρόνος ἐστίν, ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; Ὁ δέ εἶπε˙ Παιδιόθεν. Καί πολλάκις αὐτόν καί εἰς πῦρ ἔβαλε, καί εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν˙ ἀλλ’ εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν, σπλαγχνισθείς ἐφ’ ἡμᾶς. Ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ˙ Τό εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι. Καί εὐθέως κράξας ὁ πατήρ τοῦ παιδίου μετά δακρύων, ἔλεγε˙ Πιστεύω Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ. Ἰδών δέ ὁ Ἰησοῦς, ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ, λέγων αὐτῷ˙ Τό πνεῦμα τό ἄλαλον καί κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω˙ Ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ, καί μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αυτόν. Καί κράξαν, καί πολλά σπαράξαν αὐτόν, ἐξῆλθε˙ καί ἐγένετο ὡσεί νεκρός, ὥστε πολλούς λέγειν, ὅτι ἀπέθανεν. Ὁ δέ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτόν τῆς χειρός, ἤγειρεν αὐτόν˙ καί ἀνέστη. Καί εἰσελθόντα αὐτόν εἰς οἶκον, οἱ Μαθηταί αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτόν κατ’ ἰδίαν˙ Ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; Καί εἶπεν αὐτοῖς˙ Τοῦτο τό γένος ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν, εἰμή ἐν προσευχῇ καί νηστείᾳ. Καί ἐκεῖθεν ἐξελθόντες, παρεπορεύοντο διά τῆς Γαλιλαίας˙ καί οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ. Ἐδίδασκε γάρ τούς Μαθητάς αὑτοῦ, καί ἔλεγεν αὐτοῖς˙ Ὅτι ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καί ἀποκτενοῦσιν αὐτόν˙ καί ἀποκτανθείς, τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ Μαρκ. θ’ 17 – 31 Μετάφραση «Θεραπεία του παιδιού με το δαιμονικό πνεύμα»

Εκείνο τον καιρό ένας άνθρωπος πλησίασε τον Ιησού, γονάτισε μπροστά του και είπε• Διδάσκαλε,• σου έφερα το γιο μου, που έχει πνεύμα άλαλο• Και όπου τον πιάσει τον ρίχνει κάτω, και αφρίζει και τρίζει τα δόντια του και ξεραίνεται• και είπα στους μαθητές σου για να το βγάλουν και δεν μπόρεσαν. Και ο Ιησούς του αποκρίθηκε: Ω γενεά άπιστη, ως πότε θα είμαι μαζί σας ως πότε θα σας βαστάξω; Φέρτε μου εδώ το παιδί. Και του το έφεραν. Και όταν το παιδί είδε τον Ιησού, αμέσως το πονηρό πνεύμα το τράνταξε και έπεσε στη γη και κυλιόταν αφρίζοντας. Και ο Ιησούς ρώτησε τον πατέρα του: «Πόσος καιρός είναι από τότε που το έπαθε;» Και ο πατέρας είπε: «Από τότε που ήταν μικρό παιδί». Πολλές φορές και στη φωτιά τον έριξε και στο νερό για να τον ξεκάμει• Αλλά αν μπορείς να κάνεις κάτι, λυπήσου μας και βοήθησέ μας. Κι ο Ιησούς του είπε: «Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά γι’ αυτόν που πιστεύει». Αμέσως φώναξε δυνατά ο πατέρας του παιδιού και είπε με δάκρυα: «Πιστεύω Κύριε• βοήθα με στην απιστία μου. Και όταν είδε ο Ιησούς πως μαζεύεται κόσμος, μίλησε αυστηρά στο ακάθαρτο πνεύμα και του λέγει: Πνεύμα άλαλο και κουφό, εγώ σε διατάζω, να βγεις από το παιδί και να μην ξαναμπείς σ’ αυτό. Και το πνεύμα, αφού έβαλε μεγάλη φωνή και τράνταξε δυνατά το παιδί, βγήκε• και το παιδί έγινε σαν νεκρό, ώστε πολλοί να λέγουν πως πέθανε. Και ο Ιησούς το ’πιασε από το χέρι και το σήκωσε και εκείνο στάθηκε ορθό. Και όταν ο Ιησούς πήγε στο σπίτι οι μαθητές του τον πήραν κατά μέρος και τον ρωτούσαν: «Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να βγάλουμε το πονηρό πνεύμα;» Και τους είπε: «Τα πονηρά πνεύματα με κανέναν τρόπο δεν βγαίνουν παρά μόνο με προσευχή και με νηστεία». Έφυγαν από εκεί και προχωρούσαν κρυφά μέσα από τη Γαλιλαία. Δεν ήθελε ο Ιησούς να μάθει κανείς ότι περνούσε από κει. Γιατί δίδασκε τους μαθητές του και τους έλεγε : πως ο Υιός του ανθρώπου θα παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων που θα τον θανατώσουν˙ την τρίτη όμως ημέρα μετά το θάνατό του θ’ αναστηθεί.

Ο ΟΣΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ
agiouioannou

Κατά τήν μνήμη του Οσίου Ιωάννου του Σιναΐτη, που γιορτάζεται την Δ’ Κυριακή των Νηστειών, προβάλλεται το περίφημο σύγγραμμά του ἡ «κλίμαξ», που σημαίνει σκάλα. Το έργο του αυτό ονομάζεται έτσι, επειδή με τριάντα λόγους ανεβάζει τον κάθε ευσεβή πιστό, σαν με τριάντα σκαλοπάτια, από τα χαμηλότερα προς τα υψηλότερα, μέχρι την κορυφή της Αγιοσύνης.
Ο Όσιος Ιωάννης γεννήθηκε και έζησε κατά πάσα πιθανότητα μετά τα μέσα του 6ου μ.Χ. αιώνα. Δεν γνωρίζουμε τίποτα άλλο από την προσωπική του ζωή, αφού από την πρώτη στιγμή που εγκατέλειψε τον κόσμο, το μόνο που φρόντισε ήταν να ζήσει ως ξένος, ενωμένος με τον Θεό. Γνωρίζουμε ακόμη ότι από την ηλικία των 15 ετών, από αγάπη για τον Θεό πήγε στο Σινά, όπου έγινε μοναχός. Βλέποντας τον Γέροντά του σαν μία ολοζώντανη εικόνα του Χριστού, αφοσιώθηκε με απόλυτη υπακοή. Ένας από τους μοναχούς, ο Στρατήγιος, προέβλεψε ότι ο νέος αυτός μοναχός θα αναδειχθεί από τον Θεό Φωστήρας της Οικουμένης. Τούτο προφήτεψαν κι άλλοι χαρισματούχοι Σιναΐτες γέροντες κι η προφητεία τους πράγματι επαληθεύτηκε. Για 40 χρόνια έζησε σε μια σπηλιά του όρους Σινά, μη έχοντας άλλη ασχολία παρά την αδιάλειπτη προσευχή και την φυλακή της καρδιάς του, ζώντας ως εν σώματι άγγελος. Αναδείχθηκε ηγούμενος της Μονής Σινά και κοιμήθηκε ειρηνικά περί το 600 μ.Χ. σε ηλικία 70 ετών. Με το έργο του αυτό, την πνευματική κλίμακα, κάθε Σαρακοστή δείχνει σε όλους την πορεία της ανόδου από τα γήινα στα ουράνια, από τα πρόσκαιρα στα αιώνια, στην αναστάσιμη χαρά.

30 Μαρτίου 2014