Κυριακή 6 Ιουλίου 2025 – Δ΄ Ματθαίου
(Ματθ. η΄ 5-13) (Ρωμ. στ΄18- 23)
Αρχαίο κείμενο
Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 6 Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. 7 καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. 8 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. 9 καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ’ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. 10 ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. 11 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσιν καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, 12 οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 13 καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῷ· Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.
Ερμηνευτική απόδοση
Παναγιώτη Ν. Τρεμπέλα
Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐμβῆκεν εἰς τὴν Καπερναούμ, ἦλθε πρὸς αὐτὸν εἰς ἑκατόνταρχος, ὁ ὁποῖος τὸν παρεκάλει καὶ τοῦ ἔλεγε· 6 Κύριε, ὀ δοῦλος μου εἶναι κατάκοιτος εἰς τὸ σπίτι παραλυτικός, καὶ βασανίζεται τρομερὰ ἀπὸ πόνους. 7 Καὶ λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Θὰ ἔλθω ἑγὼ εἰς τὸ σπίτι σου καὶ θὰ τὸν θεραπεύσω. 8 Καὶ ὁ ἑκατόνταρχος ἀπεκρίθη καὶ εἶπε· Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος διὰ νὰ εἰσέλθῃς κάτω ἀπὸ τὴν στέγην τοῦ σπιτιοῦ μου.Ἀλλὰ μόνον εἰπὲ μὲ ἁπλοῦν λόγον αὐτὸ ποὺ θέλεις, καὶ θὰ ἰατρευθῇ ὁ δοῦλος μου. 9 Διότι καὶ ἑγὼ ἄνθρωπος εἶμαι, ὑπεξούσιος, ποὺ λαμβάνω διαταγὰς ἀπὸ ἀνωτέρους, ἔχων ὑπὸ τὰς διαταγάς μου στρατιώτας· καὶ λέγω εἰς τοῦτον τὸν στρατιώτην πήγαινε, καὶ πηγαίνει· καὶ εἰς τὸν ἄλλον λέγω· ἐλθέ, καὶ ἔρχεται.Καὶ εἰς τὸν δοῦλον μου λέγω· κάμε αὐτό, καὶ τὸ ἐκτελεῖ.Πόσῳ μᾶλλον θὰ ἐκτελεσθῇ ὁ λόγος ὁ ἰδικός σου, ποὺ δὲν εἶσαι ὑπὸ τὰς διαταγὰς κανενός, ἀλλ’ ἔχεις ἐξουσίαν ἐπὶ ὅλων τῶν ἀοράτων δυνάμεων; 10 Ὅταν δὲ ἤκουσε τοὺς λόγους αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, ἐθαύμασε καὶ εἶπεν εἰς ἐκείνους, ποὺ τὸν ἠκολούθουν· Ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅτι οὔτε μεταξὺ τῶν Ἰσραηλιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, δὲν εὗρον τόσον μεγάλην πίστιν. 11 Σᾶς διαβεβαιῶ δέ, ὅτι πολλοὶ σὰν τὸν ἑκατόνταρχον θὰ ἔλθουν ἀπὸ ἀνατολὴν καὶ δύσιν, ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, καὶ θὰ παρακαθήσουν ὡς εἰς ἄλλο εὐφρόσυνον δεῖπνον μαζὶ μὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακὼβ εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 12 Ἐκεῖνοι δέ, ποὺ κατάγονται ἀπὸ τὸν Ἀβραὰμ καὶ σύμφωνα πρὸς τὰς ἐπαγγελίας καὶ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ εἰς τὸν Ἀβραὰμ εἶναι κληρονόμοι τῆς βασιλείας, θὰ ριφθοῦν ἔξω ἀπὸ αὐτὴν εἰς τὸ σκότος τὸ τελείως ἀπομακρυσμένον ἀπὸ τὴν βασιλείαν.Ἐκεῖ θὰ εἶναι ὁ κλαυθμὸς καὶ τὸ τρίξιμο τῶν ὀδόντων. 13 Καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν ἑκατόνταρχον· Πήγαινε εἰς τὸ σπίτι σου καὶ ὅπως ἐπίστευσες, ὅτι δηλαδὴ μὲ μόνον τὸν λόγον καὶ ἀπὸ μακρυὰ δύναμαι νὰ θεραπεύσω τὸν δοῦλον σου, ἔτσι ἂς γίνῃ εἰς σέ.Πράγματι δὲ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐθεραπεύθη ὁ δοῦλος του.
Πίστεως αναβάσεις
«Αμήν λέγω υμίν, ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην
πίστιν εύρον»
Βαθύτερα μηνύματα πνευματικής ευωδίας απορρέουν μέσα από τη συζήτηση του Χριστού με τον εκατόνταρχο. Στη βαθύτερη διάστασή τους καλείται ο άνθρωπος να εντρυφήσει σε μαργαρίτες ουράνιους προκειμένου να καταξιωθεί ως ύπαρξη με βαθύτερο νόημα και περιεχόμενο. Ειδικότερα, κρίνεται ως υποδειγματική η συναίσθηση της αναξιότητας, που εκφράζει η φωνή του Ρωμαίου αξιωματικού: «Κύριε, δεν είμαι άξιος να σε δεχτώ στο σπίτι μου». Βέβαια, αυτή ακριβώς η συναίσθηση δεν είναι άσχετη με την πίστη που εκδηλώνει όταν λέει με νόημα στον Κύριο: «Πες μόνο ένα λόγο και θα γίνει καλά ο δούλος μου».
Φαίνεται ξεκάθαρα ότι το ταπεινό φρόνημα ήταν οδηγός ζωής για τον εκατόνταρχο. Και αυτό, παρά την υψηλή κοινωνική θέση που κατείχε. Αυτό, λοιπόν, το φρόνημα κατέστησε ικανό τον εκατόνταρχο να διακρίνει τη θεότητα του Κυρίου και να αφήσει τον εαυτό του να εισέλθει στο χώρο της σώζουσας θαυματουργίας του.
Από μια άλλη θέαση των πραγμάτων φαίνεται εντονότατο το άνοιγμα του μηνύματος της εν Χριστώ σωτηρίας σε όλους τους ανθρώπους, σε όποιο χώρο κι αν αυτοί βρίσκονται και όποια θέση κι αν κατέχουν. Αναδεικνύεται σ’ αυτή την προοπτική η οικουμενικότητα της εν Χριστώ ελπίδας και ζωής, όπως αυθεντικά απορρέουν από τις αστείρευτες πηγές της Χάριτος της Εκκλησίας. Το ότι ο εκατόνταρχος δεν ήταν Ιουδαίος, καθόλου δεν τον εμπόδισε ν’ ανοίξει τις διόδους της καρδιάς του για να ενοικήσει σ’ αυτή ο Σωτήρας Χριστός.
Ο εκατόνταρχος, σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, ομολογεί την πίστη του στον Χριστό, πριν ακόμα ο Κύριος θεραπεύσει το άρρωστο παιδί του. Το γεγονός έδωσε αφορμή στον Κύριο να επαινέσει δημοσίως την πίστη του και να την προβάλει ως υπόδειγμα για όλους: «Σας διαβεβαιώνω πως τόση πίστη ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες δεν βρήκα. Και σας λέω πως θα έλθουν πολλοί από ανατολή και δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο τραπέζι της Βασιλείας των Ουρανών, ενώ οι κληρονόμοι της Βασιλείας θα πεταχτούν έξω στο σκοτάδι…».
Ο μεγάλος πειρασμός
Είναι θλιβερή η διαπίστωση ότι πολλές φορές εμείς οι άνθρωποι προσπαθούμε να θεωρούμε τον εαυτό μας μεγάλο και ανώτερο από τους άλλους. Διακατεχόμαστε από έπαρση και εγωισμό. Ζούμε σε φάσεις ψευδαισθήσεων και σ’ αυτές τις συχνότητες απορρίπτουμε ως κατώτερους τους γύρω μας. Πρόκειται για μια αρρωστημένη νοοτροπία που χαρακτήριζε έντονα την περίπτωση των Γραμματέων και των Φαρισαίων. Την εκδήλωναν απροκάλυπτα και αδίστακτα όταν έβλεπαν τον Χριστό να θεραπεύει, να συνομιλεί με θεωρούμενους αμαρτωλούς και αλλοεθνείς. Η άγνοια του γεγονότος ότι ο Χριστός ήλθε για να καλέσει όλους τους ανθρώπους εις σωτηρία, ανεξαρτήτως εθνικότητας, κοινωνικής τάξης και άλλων διακρίσεων που τόσο πολύ εμφιλοχωρούν και λειτουργούν διαχωριστικά και διασπαστικά στη σημερινή κοινωνία, είναι κάτι το φοβερό. Δεν πρέπει να διαλανθάνει της προσοχής ότι ο ιουδαϊκός λαός είναι ο πρώτος που δεν πίστεψε στο μυστήριο της καθολικότητας της σωτηρίας που χαρίζει η Θεανθρώπινη παρουσία του Κυρίου. Ο Χριστός όταν οι Ιουδαίοι του είπαν ότι είναι απόγονοι του Αβραάμ, εκείνος απάντησε με νόημα: «Γνωρίζω ότι είσαστε απόγονοι του Αβραάμ κι όμως γυρεύετε να με σκοτώσετε» (Ιω. 8,37).
Η πρόσληψη των εθνών
Η πίστη που προκάλεσε τον θαυμασμό του Χριστού δεν ήταν βέβαια εκείνη που εκδήλωσε κάποιος από τους μαθητές του, ούτε καν κάποιου συμπατριώτη του Ιουδαίου, αλλά η πίστη ενός ειδωλολάτρη, ενός Ρωμαίου αξιωματικού. Ο Χριστός ανοίγεται στα έθνη και αποστέλλει προς αυτά τους μαθητές του για να κηρύξουν το ευαγγέλιο της Βασιλείας, να βαπτίσουν αυτά στο όνομα της Τριαδικής Θεότητας και να θεραπεύσουν κάθε ασθένεια του λαού του Θεού. Γι’ αυτό, άλλωστε, η Εκκλησία επιτελεί το ιεραποστολικό της έργο σε λαούς που βρίσκονται «εν γη ερήμω, εν δίψει καύματος, εν γη ανύδρω». Για να είναι όλα τα έθνη εμπιστευμένα στον Χριστό.
Η καθολικότητα, ως αποδοχή των πάντων εν Χριστώ, αποτελεί για τους Χριστιανούς τη μεγαλειώδη διάσταση της οικουμενικότητας. Μέσα στην Εκκλησία οι πιστοί αισθάνονται ότι κατέχουν τα πάντα. Είναι ταυτόχρονα εκείνοι που συνειδητοποιούν ότι δεν έχουν τίποτε, γιατί ουσιαστικά η καθολικότητα εκφράζεται ως το μοίρασμα του πνευματικού πολιτισμού και με άλλους ανθρώπους. Αυτό συνιστά μια ισχυρή βάση του ταπεινού φρονήματος αλλά και της λεπτότητας και της τρυφερότητας της καρδιάς. Η Εκκλησία που γνωρίζει ότι κατέχει τα πάντα ως προσφορά της αγάπης του Χριστού, αναγνωρίζει ταυτόχρονα τον εαυτό της ως τον απόλυτα φτωχό, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στη ζωή και στις διαπροσωπικές σχέσεις.
Η προέκταση του μυστηρίου του Χριστού στη ζωή της Εκκλησίας συνεπάγεται όχι μόνο την πρόσληψη των εθνών στην πραγματικότητά της, με σεβασμό και αποδοχή της πολιτιστικής τους ταυτότητας, αλλά και την υπέρβασή τους στη λειτουργία του ενιαίου εκκλησιαστικού σώματος της οικουμένης. Η αλήθεια αυτή καθιστά την Εκκλησία ικανή να συμβάλλει ουσιαστικά στην πραγματικότητα του κόσμου και στη λειτουργική πληρότητα του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ο οποίος σήμερα εμφανίζεται φοβερά χρεοκοπημένος. Στις δύσκολες εποχές που ζούμε, η δυνατότητα διακονίας στη βάση της προσφοράς και της θυσίας, αποτελεί ένα άπιαστο ζητούμενο.
Αγαπητοί αδελφοί, μηνύματα ταπείνωσης, πίστης, αποδοχής, ελπίδας και αγάπης, μεταγγίζει στις καρδιές μας η σημερινή ευαγγελική περικοπή. Ας ανοίξουμε σ’ αυτές κάποιες χαραμάδες για να καρποφορήσει ο σπόρος των μηνυμάτων αυτών και ν’ αποδώσει εύχυμους πνευματικούς καρπούς. Η ερημία της σημερινής εποχής και του τρόπου ζωής του σύγχρονου ανθρώπου, τούς καθιστά απόλυτα αναγκαίους. Ειδικότερα, η ταπείνωση και η πίστη, όπως μάς διδάσκει το παράδειγμα του Ρωμαίου εκατόνταρχου, αλλά και των Σισώη οσίου του μεγάλου και Λουκίας της παρθενομάρτυρος, των οποίων τη μνήμη τιμούμε σήμερα, ας εμφιλοχωρήσουν και στις δικές μας υπάρξεις προκειμένου να καταξιωθούν να ακούσουν από τον Κύριο: «Αμήν λέγω υμίν, ουδέ εν τω Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εύρον». Γένοιτο.