Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας (Ἑβρ. ια΄ 24-26, 32-40)
(Κυριακή 1 Μαρτίου 2026)
Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα
Ἀδελφοί, πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν. Καὶ τί ἔτι λέγω; ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ Ἰεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.
ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ
Τίποτε πιὸ δυνατὸ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία!
Ἡμέρα θριάμβου εἶναι γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας ἡ Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας· ἡμέρα δόξας, λαμπρότητας, τιμῆς. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἑορτάζουμε τὴ νίκη τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῶν εἰκονομάχων πρωτίστως, ἀλλὰ καὶ τῶν ποικίλων ἐχθρῶν, ποὺ ἀντιμετώπισε στὴ μαρτυρικὴ πορεία της μέσα στοὺς αἰῶνες. Τὴ νίκη ἐναντίον ἐκείνων ποὺ τὴν ἐπιβουλεύθηκαν καὶ θέλησαν νὰ τὴν πνίξουν στὸ αἷμα, ὁδηγώντας ἑκατομμύρια μάρτυρες σὲ ὀδυνηρὸ θάνατο. Ἀλλὰ καὶ τὴ νίκη ἐναντίον ἐκείνων ποὺ ἐπιχείρησαν νὰ τὴ μολύνουν μὲ τὴν πλάνη τῶν αἱρέσεων, διαστρέφοντας τὴν ὀρθὴ πίστη.
Τὴν ἡμέρα αὐτὴ μποροῦμε μὲ σεμνὴ καύχηση καὶ ἱερὸ δέος νὰ κοιτάξουμε τὸ δοξασμένο παρελθὸν τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τοὺς ἡρωικοὺς ἀγῶνες τῶν ἁγίων Πατέρων μας. Μὲ ἐλπίδα δὲ καὶ αἴσθηση εὐθύνης νὰ ἀτενίσουμε τὸ μέλλον, ἀναφωνώντας μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Χρυσόστομο: «Οὐδὲν Ἐκκλησίας δυνατότερον, ἄνθρωπε». Τίποτε δὲν εἶναι πιὸ ἰσχυρὸ ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ἄνθρωπε. «Ποῦ οἱ πολεμήσαντες; Σεσίγηνται καὶ λήθῃ παραδέδονται. Ποῦ δὲ ἡ Ἐκκλησία; Ὑπὲρ τὸν ἥλιον λάμπει» (PG 52, 429). Ποῦ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ τὴν πολέμησαν; Ἔχουν σιγήσει καὶ παραδόθηκαν στὴ λήθη. Ξεχάσθηκε καὶ τὸ ὄνομά τους. Ποῦ εἶναι ἀντίθετα ἡ Ἐκκλησία; Λάμπει περισσότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο. Θὰ συνεχίσει δὲ νὰ λάμπει μέσα στὴν ἱστορία, γιὰ νὰ φωτίζει τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία.
Ἡ δύναμη τῆς πίστεως
Ἡ ἀποστολικὴ περικοπὴ ποὺ ἀναγινώσκεται τὴν ἡμέρα αὐτή, ἀπὸ τὸ 11ο κεφάλαιο τῆς πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς, μοιάζει μὲ ἕνα ποίημα, μὲ ἕναν ὕμνο ποὺ μεγαλύνει τὴν πίστη. Ἀναφέρεται ἀρχικὰ στὸν Μωυσῆ, ὁ ὁποῖος χάρη στὴν πίστη του προτίμησε νὰ ταλαιπωρεῖται μαζὶ μὲ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, παρὰ νὰ ζεῖ ὡς πρίγκιπας μέσα σὲ βασιλικὲς τιμὲς καὶ ἁμαρτωλὲς ἀπολαύσεις. Οἱ περιφρονήσεις εἶχαν μεγαλύτερη ἀξία γι᾿ αὐτὸν ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς Αἰγύπτου. Διότι εἶχε στραμμένο τὸ βλέμμα του στὴν οὐράνια ἀμοιβή, ποὺ τοῦ ἐπιφύλασσε ὁ Κύριος γιὰ τὴν ὑπομονή του. Ἀναφέρονται ὀνομαστικὰ καὶ πολλοὶ Δίκαιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, οἱ ὁποῖοι ἀντιτάχθηκαν σὲ ἀσεβεῖς ἡγεμόνες, σὲ ἄγρια θηρία, στὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως. Ὑπέστησαν φρικτὰ βασανιστήρια καὶ κακουχίες. Μαστιγώθηκαν, φυλακίσθηκαν, λιθοβολήθηκαν, πριονίσθηκαν, ἀντιμετώπισαν πειρασμούς, σφαγιάσθηκαν, «οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσι». Χάρη στὴν ἀκλόνητη πίστη τους προτίμησαν τὴν ἀνάσταση σὲ μιὰ ἀνώτερη ζωὴ ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη ἀποκατάσταση στὴ ζωὴ αὐτή.
Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι ἡ πίστη δίνει μεγάλη δύναμη στὸν ἄνθρωπο. Τὸν κάνει ἱκανὸ νὰ περιφρονεῖ τὶς πρόσκαιρες τιμὲς καὶ τὴ φθαρτὴ δόξα τῶν ἀνθρώπων. Τοῦ δίνει ἐπίσης τὴ δύναμη νὰ ὑπομένει διωγμούς, βασανιστήρια, ἀκόμη καὶ θάνατο, μὲ τὴν προσδοκία τῆς αἰώνιας ζωῆς. Τοῦ ἀνοίγει δηλαδὴ τοὺς πνευματικοὺς ὀφθαλμούς, ὥστε νὰ βλέπει τὰ προσδοκώμενα αἰώνια ἀγαθὰ καὶ αὐτὰ νὰ ἐπιθυμεῖ. Στρέφει τὸ βλέμμα τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμο στὴν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἐλευθερώνει τελικὰ τὸν πιστὸ ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ κόσμου.
Ἡ πίστη εἶναι αὐτὴ ποὺ θὰ ἐλευθερώνει κι ἐμᾶς ἀπὸ τὴν ἕλξη τῆς γῆς καὶ θὰ μᾶς δίνει τὴ δύναμη ν᾿ ἀντιμετωπίζουμε τὶς καθημερινὲς δυσκολίες καὶ θλίψεις. Ὅταν ἡ πίστη μας εἶναι θερμή, τότε πίσω ἀπὸ ὅλα αὐτὰ θὰ βλέπουμε τὴν οὐράνια μισθαποδοσία· τὴν αἰώνια ἀνάπαυση τοῦ Οὐρανοῦ.
Τὰ πολύτιμα μαργαριτάρια
Εἶναι νὰ θαυμάζει πραγματικὰ κανεὶς ὅλες αὐτὲς τὶς μεγάλες μορφὲς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τοὺς γίγαντες αὐτοὺς τῆς πίστεως, τὴν ἁλυσίδα αὐτὴ τῶν Δικαίων καὶ τῶν Ἁγίων, ποὺ συνεχίζεται καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη, στὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος, μὲ τοὺς ἔνδοξους Μάρτυρες, τοὺς ὅσιους ἀσκητές, τοὺς θεοφόρους Πατέρες. Ἡ χρυσὴ αὐτὴ ἁλυσίδα φθάνει μέχρι καὶ τὶς ἡμέρες μας, μὲ τοὺς σύγχρονους Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Τί ἄνθρωποι ἦταν αὐτοί! Τί ἀναστήματα πνευματικά! «Ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος», γράφει ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος. Δηλαδή, ὁλόκληρος ὁ κόσμος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ συγκριθεῖ μαζί τους.
Ὅλος ὁ κόσμος τῆς ἁμαρτίας καὶ μαζὶ ὅλη ἡ ὑλικὴ δημιουργία, ἡ κτίση ποὺ μᾶς περιβάλλει, δὲν μποροῦν νὰ συγκριθοῦν μὲ τοὺς Ἁγίους μας. «Ὥσπερ μύριοι σταθμοὶ ἀχύρου καὶ χόρτου δέκα μαργαριτῶν οὐκ ἂν εἶεν ἀντάξιοι, οὕτως οὐδὲ ἐκεῖνοι» (ΕΠΕ 25, 226), σχολιάζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Ὅπως δηλαδὴ πολὺ βάρος ἀπὸ ἄχυρο καὶ χορτάρι δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ στὴν ἀξία μὲ δέκα μαργαριτάρια, ἀνάλογα δὲν μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ ὅλος ὁ κόσμος μὲ τοὺς Ἁγίους.
Μὲ τέτοια πολύτιμα μαργαριτάρια, μὲ τέτοια ἀκριβὰ στολίδια εἶναι στολισμένη ἡ Ἐκκλησία μας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ Ἅγιοί μας· ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ἀσάλευτη πίστη τους ἐλευθερώθηκαν ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ παρόντος κόσμου· ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀξίζουν τελικὰ περισσότερο ἀπὸ ὅλο τὸν κόσμο. Εἴθε μὲ τὶς πρεσβεῖες τους νὰ εἰσέλθουμε κι ἐμεῖς κάποτε στὸν μακάριο χορό τους.
Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 1 Μαρτίου 2026, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας (Ἰωάν. α΄ 44-52)
44 Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. 45 ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. 46 εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. 47 καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· ἔρχου καὶ ἴδε. 48 εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. 49 λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. 50 ἀπεκρίθη Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 51 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει. 52 καὶ λέγει αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.
ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ
44 Τήν ἄλλη μέρα ἀποφάσισε ὁ Ἰησοῦς νά ἀναχωρήσει γιά τή Γαλιλαία. Βρίσκει τότε τόν Φίλιππο καί τοῦ λέει: Ἀκολούθησέ με στό ταξίδι πού πρόκειται νά κάνω. 45 Ὁ Φίλιππος μάλιστα καταγόταν ἀπό τή Βηθσαϊδά, τήν πατρίδα τοῦ Ἀνδρέα καί τοῦ Πέτρου. 46 Βρίσκει στό μεταξύ ὁ Φίλιππος τόν Ναθαναήλ καί τοῦ λέει: Ἐκεῖνον γιά τόν ὁποῖο ἔγραψε ὁ Μωυσῆς στό νόμο καί προανήγγειλαν οἱ προφῆτες, τόν βρήκαμε. Εἶναι ὁ Ἰησοῦς, ὁ γιός τοῦ Ἰωσήφ, καί κατάγεται ἀπό τή Ναζαρέτ. 47 Ἀλλά ὁ Ναθαναήλ τοῦ εἶπε: Ἀπό τή Ναζαρέτ, τό κακό καί ἄσημο αὐτό χωριό, μπορεῖ νά βγεῖ τίποτε καλό; Τοῦ λέει ὁ Φίλιππος: Ἔλα, κι ὅταν τόν δεῖς μέ τά μάτια σου, θά πεισθεῖς. 48 Εἶδε ὁ Ἰησοῦς τόν Ναθαναήλ νά ἔρχεται κοντά του καί λέει γι’ αὐτόν: Νά ἕνας γνήσιος καί πραγματικός Ἰσραηλίτης, πού δέν ἔχει στήν καρδιά του καμία πονηριά καί δόλο, ἀλλά ποθεῖ μέ εἰλικρίνεια νά βρεῖ τήν ἀλήθεια. 49 Τοῦ λέει ὁ Ναθαναήλ: Ἀπό ποῦ μέ ξέρεις; Καί πῶς γνωρίζεις τήν εἰλικρίνεια τῶν μυστικῶν μου σκέψεων καί ἐλατηρίων; Τοῦ ἀποκρίθηκε τότε ὁ Ἰησοῦς: Πρίν ἀκόμη σέ φωνάξει ὁ Φίλιππος, ὅταν ἤσουν κάτω ἀπό τή συκιά καί προσευχόσουν μακριά ἀπό κάθε μάτι ἀνθρώπου, ἐγώ μέ τό ὑπερφυσικό καί θεῖο μου βλέμμα σέ εἶδα. 50 Τότε ὁ Ναθαναήλ τοῦ ἀποκρίθηκε: Διδάσκαλε, ἐσύ πράγματι εἶσαι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἐσύ εἶσαι ὁ βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ πού περιμέναμε σύμφωνα μέ τίς προφητεῖες. 51 Καί ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπάντησε: Ἐπειδή σοῦ εἶπα ὅτι σέ εἶδα κάτω ἀπό τή συκιά πιστεύεις; Θά δεῖς πιό μεγάλα καί πιό θαυμαστά πράγματα ἀπ’ αὐτά. 52 Καί τοῦ λέει: Ἀληθινά σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι ἀπό τώρα πού ἄνοιξε ὁ οὐρανός κατά τή βάπτισή μου, θά δεῖτε κι ἐσεῖς τόν οὐρανό ἀνοιγμένο, καί τούς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ νά ἀνεβαίνουν καί νά κατεβαίνουν στόν Υἱό τοῦ Θεοῦ. Αὐτός ἔγινε καί τέλειος ἄνθρωπος, καί ὡς υἱός τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μοναδικός ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀνθρώπινου γένους· καί πρόκειται νά ἔλθει καί πάλι ὡς Κριτής ἔνδοξος καθισμένος πάνω σέ νεφέλες. Θά ἀνεβαίνουν καί θά κατεβαίνουν οἱ ἄγγελοι προκειμένου νά ὑπηρετοῦν αὐτόν καί τήν Ἐκκλησία του.