Μεταφορά Πιστού Αντίγραφου της Εικόνας της Παναγίας της Ελεούσας του Κύκκου στην Ιερά Μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας (Φώτο & Βίντεο)

Ύστερα από αίτημα του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μαντινείας και Κυνουρίας κ. Αλεξάνδρου προς τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρο, μεταφέρθηκε στην πιο πάνω Μητρόπολη, της οποίας η έδρα ευρίσκεται στην Τρίπολη της Πελοποννήσου, το πιστό αντίγραφο της Παναγίας της Ελεούσας του Κύκκου.

Ως γνωστό, η θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας του Κύκκου υπάρχει θησαυρισμένη στην ομώνυμη Μονή της και αποτελεί πανορθόδοξο προσκύνημα.

Η Εικόνα της Ελεούσας του Κύκκου, κατά την παράδοση, είναι έργο του Ευαγγελιστή Λουκά και ευρίσκεται στην εν λόγω Μονή από της ίδρυσής της τον 11ο αιώνα από τον κτήτορα της Μονής Όσιο Ησαΐα.

Το αντίγραφο της Ιεράς Εικόνας της μετέφεραν στην πιο πάνω Μητρόπολη ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης και Έφορος της Μονής Κύκκου κ. Αγαθόνικος, ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης κ. Ιερώνυμος Πυλιώτης, ο Διευθυντής του Γραφείου του Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας Πρωτοπρεσβύτερος Παρασκευάς Παπαμιχαήλ και ο Ιερολογιώτατος Διάκονος κ. Ιάκωβος.

Την Ιερά Εικόνα υποδέχθηκαν σε επίσημη τελετή ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μαντινείας και Κυνουρίας κ. Αλέξανδρος, ως ο τοπικός Επίσκοπος, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πατρών κ. Χρυσόστομος, ο Ιερός Κλήρος της Μητρόπολης, πολιτικές, στρατιωτικές και αστυνομικές αρχές, κοινωνικοί παράγοντες και πλήθος λαού.

Στρατιωτικό άγημα απέδωσε τις δέουσες τιμές.

Η όλη πομπή, με επικεφαλής την Αγία Εικόνα, η οποία μεταφέρθηκε με στρατιωτικό όχημα, και ακολουθούσαν σε διάταξη έφιπποι νέοι, οι Μητροπολίτες, το Ιερατείο, μονάζουσες, εύζωνοι, νέοι και νέες με παραδοσιακές ελλαδικές και κυπριακές στολές, εκπρόσωποι οργανώσεων με εκκλησιαστικά και εθνικά σύμβολα, και τα πλήθη των πιστών, κατέληξε στον Ιερό Ναό του Προφήτου Ηλιού και των Αγίων Νεομαρτύρων Δημητρίου και Παύλου, πολιούχων της πόλεως της Τριπόλεως.

Κατά τη διάρκεια της πομπής παιάνιζε η Φιλαρμονική του στρατού.

Τα πλήθη των πιστών κατέκλυσαν τόσο το εσωτερικό όσο και τον προαύλιο χώρο του ναού, για να παρακολουθήσουν την Εσπερινή ακολουθία και με ευλάβεια να προσκυνήσουν την Εικόνα της Παναγίας.

Στην ακολουθία του Εσπερινού χοροστάτησε ο Μητροπολίτης Πατρών κ. Χρυσοστόμος.

Κατά τη διάρκεια της Εσπερινής ακολουθίας, ομίλησε κατάλληλα ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Αλέξανδρος, εξαίροντας το γεγονός της παρουσίας της Εικόνας της Παναγίας του Κύκκου στην Μητρόπολή του και εκφράζοντας ταυτόχρονα τις ευχαριστίες του προς τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρο, ο οποίος έκθυμα αποδέχτηκε το αίτημά του για μεταφορά της Εικόνας. Στην ομιλία του ο Σεβασμιώτατος κάλεσε τους πιστούς να έχουν την Υπεραγία Θεοτόκο στη ζωή τους προστάτιδα και βοηθό.

Το πρωί της επομένης, Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017, τελέστηκε σε πανηγυρικό τόνο ο Όρθρος και η Αρχιερατική Θεία Λειτουργία. Της Ιεράς Συνάξεως προΐστατο ο Μητροπολίτης Μαντινείας και Κυνουρίας κ. Αλέξανδρος, και συμμετείχαν ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης κ. Αγαθόνικος και οι συνοδοί του Κληρικοί, όπως και άλλοι εκ του ιερού Κλήρου της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας.

Πλήθος πιστών κατέκλυσε τον ναό για να συμμετάσχει στη Θεία Λειτουργία.

Τον θείο λόγο κήρυξε ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης κ. Ιερώνυμος Πυλιώτης.

Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, ως ανάμνηση της επίσκεψης της Εικόνας της Παναγίας στη Μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας, προσφέρθηκε από μέρους των εκπροσώπων του Πανιερωτάτου Μητροπολίτη μας προς τον Μητροπολίτη κ. Αλέξανδρο μια φορητή Εικόνα της Παναγίας της Κυκκώτισσας.

Ταυτόχρονα ανάλογη Εικόνα προσφέρθηκε ως ενθύμιο και στον Ιερό Ναό του Προφήτου Ηλιού και των Αγίων Νεομαρτύρων Δημητρίου και Παύλου.

Το απόγευμα ψάληκε η Παράκληση προς την Υπεραγία Θεοτόκο και ακολούθησε ομιλία από τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη κ. Αγαθόνικο, ως εξής:

«Τήν θείαν Εἰκόνα σου, ὡς θησαυρόν ἀληθῆ,
ἡ Κύπρος κατέχουσα, ἀγαλλομένῃ ψυχῇ,
βοᾷ σοι, Πανύμνητε˙ σκέπε ταύτην τήν νῆσον
ἀπό πάσης ἀνάγκης, πίστει σοι προσιοῦσαν
καί πιστῶς ἐκβοῶσαν, Χαῖρε Κεχαριτωμένη
Παρθένε Κυκκώτισσα».

Σεβασμιώτατε,
Ἐκλεκτή καί Συνεκλεκτή Ὁμήγυρη τοῦ Κλήρου καί τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ,

Ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί ἔχουμε ἕνα ἰσχυρό προνόμιο, νά διαθέτουμε στή ζωή μας κραταιό προστάτη καί ὑπερασπιστή, τήν Παναγία.

Οἱ ἱεροί Ὑμνωδοί τῆς Ἐκκλησίας μας, μᾶς περιγράφουν ὅλες τίς μεσιτεῖες της πρός ἐμᾶς, ἐκφράζοντας τά θαύματά της.

Ἡ Παναγία εἶναι τό στήριγμα τῶν πιστῶν, ἡ χαρά τῶν θλιβομένων, ἡ προστάτιδα τῶν ἀδικουμένων, ἡ βοηθός τῶν ὀρφανῶν, ἡ ἰατρός τῶν ἀσθενούντων, ἡ παραμυθία τῶν τεθλιμμένων καί πενθούντων, ἡ συναντιλήπτορας τῶν ἀγωνιζομένων ὑπέρ τῆς πίστεως τοῦ Χριστοῦ καί ἡ Ὑπέρμαχος Στρατηγός τῶν μαχομένων ὑπέρ τῆς εἰρήνης, τῆς δικαιοσύνης καί τῆς ἐλευθερίας.
Ἡ ἔκφραση τοῦ σεβασμοῦ καί τῆς εὐλάβειας πρός τό Πανάγιο πρόσωπο τῆς Μητέρας μας Παναγίας ὤθησε, διαμέσου τῆς δικῆς της χάρης καί προσταγῆς, τόν πρῶτο εἰκονογράφο νά φιλοτεχνήσει τό ἅγιο καί σεπτό Πρόσωπό της πρός ἐνίσχυση τῆς πίστης καί τοῦ πνευματικοῦ βίου τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

Σύμφωνα μέ τήν παράδοση, ὁ πρῶτος, πού ἱστόρησε ἀνάγλυφα τό Πρόσωπό της μέ κηρομάστιχο, ἦταν ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς, ὁ ὁποῖος παρέδωσε στήν Παναγία τρεῖς εἰκόνες καί εὐλογήθηκαν ἀπό αὐτή μέ τό Θεομητορικό λόγιό της˙
«Ἡ χάρις τοῦ ἐξ ἐμοῦ τεχθέντος εἴη μετ’ αὐτῶν».

Αὐτές οἱ Εἰκόνες πλουτίστηκαν μέ ξεχωριστή χάρη. Ἡ πρώτη, δίχως τόν Χριστό, δεόμενη, ὀνομάζεται Ἐλεοῦσα, διότι δέεται στόν Υἱό Της νά ἐλεήσει ὅλους ἐμᾶς. Ἡ δεύτερη ἔχει τόν Μονογενῆ της στά ἀριστερά καί λέγεται Ὁδηγήτρια, διότι φέρει αὐτόν πού μᾶς ὁδηγεῖ στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἡ τρίτη, ἡ ὁποία ἔχει τόν Μονογενῆ της στά δεξιά, ἐπιγράφεται Ἐλεοῦσα δεξιοκρατοῦσα, διότι μᾶς ἐλεεῖ ἤ γιατί φέρει στίς ἀγκάλες Αὐτόν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἐλέησε μέ τή σταυρική Του θυσία.

Αὐτή ἡ Εἰκόνα ὀνομάζεται καί εἶναι ἡ Ἐλεοῦσα τοῦ Κύκκου. Αὐτό τό προσωνύμιο τό πῆρε ἀπό κάποια δέντρα, τά ὁποῖα ὀνομάζονται κοκκονίες καί λόγω τῆς πληθώρας τους στό ὄρος Κόκκος, τό ὁποῖο ἀργότερα ἔγινε Κύκκος, προστέθηκε στήν Εἰκόνα ὡς ἐπωνύμιο τῆς «Ἐλεούσας» μέ τόν Χριστό, γιά νά ξεχωρίζει ἀπό τούς ἄλλους τύπους τῆς Εἰκόνας.
Σύμφωνα μέ τά ἱστορικά γεγονότα καί μιά λαϊκή παράδοση, ἡ Ἁγία Ἑλένη, ὅταν βρῆκε τό Τίμιο Ξύλο, βρῆκε καί αὐτά τά τρία Εἰκονίσματα. Αὐτά τά Εἰκονίσματα, ὅπως καί τό Τίμιο Ξύλο, τά ἔθεσε σέ ξεχωριστά καράβια. Τό πρῶτο καράβι κατέληξε στήν Πελοπόννησο καί, λόγω θαλασσοταραχῆς, τό Εἰκόνισμα τῆς Παναγίας μεταφέρθηκε στό Μεγάλο Σπήλαιο τῶν Καλαβρύτων. Τό δεύτερο καί τό τρίτο Εἰκόνισμα κατέληξαν στήν Κωνσταντινούπολη, ὅπου τέθηκαν στό ἐντός τῶν τειχῶν παλάτι τῆς Πόλης τό ἕνα καί τό ἄλλο στό ἐκτός τῶν τειχῶν παλάτι, τό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν.

Ἡ Εἰκόνα τῆς Ἐλεούσας τοῦ Κύκκου μέχρι τό 1080 περίπου τιμώταν ἰδιαίτερα ἀπό τίς Βασίλισσες αὐτοκράτειρες στή Μονή τῶν Βλαχερνῶν τήν ἡμέρα τοῦ Ἀκαθίστου καί τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Τό 1080, ὅταν ἡ Κύπρος ἦταν ὑπό τή διοίκηση τοῦ Βυζαντίου, μέ αὐτοκράτορα τόν Ἀλέξιο Κομνηνό, ἔγινε ἕνα ξεχωριστό γεγονός, μέ αἰτία τή θεραπεία τῆς κόρης του, μετά ἀπό ἱκεσία καί προσευχή, ἔμπροσθεν τῆς Ἁγίας Εἰκόνας, ἀπό ἕνα ἀσκητή, τόν Ἠσαΐα στό ὄρος τοῦ Κόκκου, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στήν Πόλη γιά προσκύνημα.
Μέ θαυμαστό τότε τρόπο ἡ Ἁγία Εἰκόνα, καί μέ παρέμβαση τῆς Παναγίας, μεταφέρθηκε στήν Κύπρο στά τέλη τοῦ 11ου αἰώνα καί ἔγινε κέντρο εὐλαβοῦς ἀναφορᾶς γιά τό νησί ὁλόκληρο καί αἰτία παγκοσμίου προσκυνήματος λόγω τῶν πολλῶν θαυμάτων της.

Πρῶτο θαῦμα ἐπισυνέβηκε, ὅταν ἡ Εἰκόνα θά δινόταν ἀπό τόν Βασιλιά, ἀφοῦ τήν ὑποσχέθηκε στόν Ἠσαΐα, ὡς δωρεά εὐχαριστίας γιά τή θεραπεία τῆς κόρης του. Ὁ Βασιλιάς, παρά τήν ἀρχική ὑπόσχεσή του, μετανόησε καί προσέφερε τή δυνατότητα ἐπιλογῆς μιᾶς ἐκ δύο ἄλλων νέων Εἰκόνων, πού ἀποτελοῦσαν ἀντίγραφα αὐτῆς. Μέ ἐπιμονή ὅμως καί παρέμβαση τοῦ μοναχοῦ ἔθεσε καί τήν ἁγία Εἰκόνα πρός ἐπιλογή, ἀφοῦ πρῶτα ἔδωσε ἐντολή νά καλυφθοῦν τά πρόσωπα καί τῶν τριῶν Εἰκόνων.
Μετά ἀπό προσευχή τοῦ Μοναχοῦ, μιά μέλισσα τοῦ ὑπέδειξε τήν αὐθεντική Εἰκόνα τῆς Παναγίας, ὡς σημάδι γιά τήν ἐπιλογή του. Ὅταν ἀποκαλύφθηκε ἡ γνήσια Εἰκόνα, ἔκπληκτος ὁ αὐτοκράτορας μετανόησε καί μέ ἐπέμβαση τῆς Παναγίας συνηγόρησε στή μεταφορά της στήν Κύπρο. Μέ δική του μάλιστα οἰκονομική συνδρομή ἵδρυσε τή Μονή της, ἀπονέμοντάς της καί ἀρκετά προνόμια.

Θαυμαστό, ἐπίσης, γεγονός, τό ὁποῖο μέχρι σήμερα μαρτυρεῖται, εἶναι τά δέντρα τῶν ὁποίων ἔκλινε ἡ κορυφή, κατά τήν ἔλευση τῆς Ἁγίας Εἰκόνας τῆς Παναγίας στή νῆσο, ὑποδεικνύοντας ἔτσι τόν σεβασμό τῆς ἴδιας τῆς φύσης πρός τήν πανάχραντη καί ἀξιοσέβαστη Εἰκόνα τῆς Μητέρας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ἁγία Εἰκόνα, ἡ Ἐλεοῦσα τοῦ Κύκκου, εἶναι σέ ὅλους γνωστό, ὅτι εἶναι θαυματουργή Εἰκόνα καί ἀπειράριθμα θαύματα μεγάλα καί ἐξαίσια μαρτυροῦνται διά μέσου τῶν αἰώνων μέχρι σήμερα.

Δεξιά τοῦ προσατενίζοντος τήν ἁγία Εἰκόνα, ὑπάρχει ὁμοίωμα χειρός σέ ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος, κατά τό ὁποῖο ξηράνθηκε τό χέρι κάποιου ἀσεβοῦς, πού τόλμησε νά «τείνῃ χεῖρα βέβηλον» κατά τῆς ἁγίας Εἰκόνας.
Ἐπίσης, κρέμεται μέρος γλώσσας μεγάλου θαλάσσιου κήτους, πού ἀφιερώθηκε, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἐπιγραφή, πού ὑπάρχει σ’ αὐτό, σέ ἀνάμνηση τοῦ ἑξῆς γεγονότος: «Κατά τήν 15η τοῦ μηνός Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1718, πλοιάριο ἔπλεε ἀπό τή Λάρνακα πρός τόν ἀπόστολο Ἀνδρέα, ὁπότε στό μέσο τῆς νύκτας μεγάλο κῆτος, ξιφίας λεγόμενο, κτυπώντας τό πλοῖο στήν πλευρά, ἄνοιξε μεγάλη τρύπα καί ἀμέσως ἡ θάλασσα χύθηκε μέσα καί τό πλοιάριο γέμισε μέ νερό καί κόντευε αὔτανδρο νά βυθιστεῖ. Τότε ὅλοι, ὅσοι βρίσκονταν μέσα, ἔντρομοι ἄφησαν φωνή μεγάλη, «Παναγία τοῦ Κύκκου βοήθησον ἡμᾶς». Καί, ὤ τοῦ θαύματος, σώθηκε τό πλήρωμα καί τό πλοῖο, σκότωσαν τό κῆτος, ἀπέκοψαν τήν γλῶσσα του καί τήν ἀφιέρωσαν, μέ γραπτή ἐξιστόρηση, ἐπί τοῦ περιβάλλοντος αὐτή ἀσημένιου περιβλήματος, τοῦ θαύματος στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τήν Ἐλεοῦσα τοῦ Κύκκου».

Ἀξιοσημείωτο ἐπίσης εἶναι καί τό θαῦμα, πού ἔγινε σέ μιά ἀπό τίς πυρκαϊές, πού ἀποτέφρωσαν τή Μονή καί πού προκάλεσε, ἄθελά του, κάτοικος τῶν γειτνιαζόντων πρός τή Μονή χωριῶν, ὁ ὁποῖος ἔψαχνε γιά ἀγριόμελο μέσα στό δάσος. Ὁπότε, κάποιος ἀσθενής παράλυτος, πού κοιμόταν μπροστά στή σεβάσμια τῆς Παναγίας Εἰκόνα, ἐλπίζοντας στό θαῦμα τῆς ἰάσεώς του, μόλις οἱ φλόγες ἄρχισαν νά ζώνουν τόν ναό καί νά ἀπειλοῦν τήν ἴδια τή θαυματόβρυτη τῆς Παναγίας Εἰκόνα, ἀφοῦ ἐμφανίστηκε στόν ὕπνο του ἡ ἴδια ἡ Παναγία, τόν διέταξε, λέγοντας: «Σήκω ἀμέσως, πάρε τήν εἰκόνα καί τρέξε νά σωθεῖς». Καί τότε ὁ παραλυτικός ξύπνησε ἀμέσως καί, βλέποντας τή φωτιά νά πλησιάζει ἀπειλητικά, χωρίς δεύτερη σκέψη, σηκώθηκε καί ἅρπαξε τήν ἁγία Εἰκόνα καί, θεραπευμένος πλήρως ἀπό τήν παραλυσία του, ἔτρεξε ἔξω ἀπό τή Μονή καί ἔτσι μέ τρόπο θαυμαστό σώθηκε καί ὁ ἴδιος καί ἡ ἁγία Εἰκόνα.

Γενικά ὁμιλοῦντες, ἡ θαυματουργή Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Κυκκώτισσας θεράπευε καί ἐξακολουθεῖ νά θεραπεύει ἀνθρώπους, πού πάσχουν ἀπό διάφορες ἀνίατες ἀσθένειες. Ἐξακολουθεῖ, κατά τόν Μητροπολίτη Ἀγκύρας Σεραφείμ Πισσίδειο, «νά γιατρεύει παραλυτικούς, νά διώχνει τούς δαίμονες, νά καθαρίζει τούς λεπρούς καί νά ἀνορθώνει τούς κουτσούς. Κάνει τούς κωφάλαλους νά μιλοῦν καί σώζει ὅλους αὐτούς, πού ταξιδεύουν στή θάλασσα».

Ἀλλά ἡ χαριτόβρυτη αὐτή Εἰκόνα τῆς Ἐλεούσας τοῦ Κύκκου εἶναι γνωστή καί ὡς ἡ θαυματουργή Εἰκόνα τῆς βροχῆς, ἀφοῦ σέ καιρούς μακρῶν ἀνομβριῶν οἱ πιστοί ἔπαιρναν τήν ἱερή Εἰκόνα καί, μέ ἐπικεφαλῆς τούς μοναχούς τῆς Μονῆς, τή λιτάνευαν γύρω ἀπό τή Μονή, τή μετέφερναν στή συνέχεια στόν ὑπερκείμενο τῆς Μονῆς λόφο, τόν γνωστό ὡς Θρονί τῆς Παναγίας, καί ὕστερα ἀπό μακρές καί θερμές δεήσεις ἄνοιγαν οἱ κρουνοί τοῦ οὐρανοῦ καί ἔπαυε ἡ ἀνομβρία.

Εἶναι ἐξ αἰτίας τῆς βροχοποιοῦ αὐτῆς ἰδιότητας τῆς ἁγίας Εἰκόνας, πού ἡ Ἱερά Μονή Κύκκου ἀποκαλεῖται σέ βενετικό ἔγγραφο τοῦ 1552 μέ τήν ὀνομασία «Ἁγία Μαρία τῆς Βροχῆς». Μέ τή θαυματουργή αὐτή βροχοποιό ἰδιότητα τῆς Εἰκόνας τῆς Παναγίας τῆς Κυκκώτισσας συνδέεται καί τό ἑξῆς θαῦμα, τό ὁποῖο θεωροῦμε ἄξιο μνείας: Κατά τήν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας, ὁ ἀλλόθρησκος μεγάλος σατράπης τῆς Κύπρου ἄκουσε πολλά γιά τά θαύματα τῆς Παναγίας τοῦ Κύκκου καί ἰδιαίτερα γιά τή βροχοποιό ἰδιότητά της, ὕστερα ἀπό λιτανεῖες καί θερμές δεήσεις τῶν μοναχῶν καί τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Μιά μέρα ὁ σατράπης, ἐνοχλημένος, κάλεσε τόν Ἡγούμενο τῆς Μονῆς καί μέ ἀπειλές τοῦ εἶπε: «Καλόγερε, μαθαίνω ὅτι κοροϊδεύεις τόν κόσμο μέ κάποιο «σουρέτι» πού ἔχεις», ἐννοώντας τήν ἁγία Εἰκόνα. «Πρόσεξε, ἄν μετά ἀπό λίγες ἡμέρες δέν ἔλθει βροχή, θά κάψω τήν Εἰκόνα πάνω στό κεφάλι σου καί μετά θά σέ θανατώσω». Μόλις τό ἄκουσε αὐτό ὁ Ἡγούμενος, κρύος ἱδρώτας τόν ἔλουσε. Ἀμέσως ἐπέστρεψε ἔντρομος στή Μονή καί, μετά ἀπό νηστεῖες, ἀγρυπνίες, προσευχές καί ὁλονύκτιες δεήσεις καί ἱκεσίες, ἄρχισε μαζί μέ τούς ὑπόλοιπους μοναχούς νά λιτανεύουν τήν ἁγία Εἰκόνα. Ὅταν πλησίαζε πρός τό τέλος ἡ προθεσμία, πού τοῦ ἔδωσε, καί ἡ ἀγωνία κορυφωνόταν, χωρίς νά ἀρχίσει ἡ βροχή, τότε ὁ Ἡγούμενος μέ συντριβή ἔπεσε κατά γῆς μπροστά στήν ἁγία Εἰκόνα, χύνοντας τόσα θερμά δάκρυα μετάνοιας καί ἔντονης προσευχῆς, ὥστε τό ἔδαφος νά ὑγρανθεῖ. Ὅταν ὁ σατράπης μέ τή συνοδεία του ἐξέδραμε πρός τή Μονή, γιά νά ἐκτελέσει τήν ἀπόφασή του, νά κάψει δηλαδή τήν ἁγία Εἰκόνα καί νά ἀποκεφαλίσει τόν Ἡγούμενο, τότε αἰφνιδίως φάνηκε ἕνα μικρό σύννεφο στή μέση τοῦ οὐρανοῦ καί σέ λίγα λεπτά πύκνωσαν τά νέφη καί ὁ οὐρανός σκοτείνιασε καί ἔπεσαν τόσες πολλές βροχές, ὥστε νά κινδυνεύσουν ἄνθρωποι. Ὁ τοῦρκος σατράπης τότε προσβεβλημένος, ἔδωσε διαταγή στόν Ἡγούμενο ἀλλά καί τό δικαίωμα νά περιφέρει μέ λιτανεῖες τήν ἁγία Εἰκόνα σ’ ὅλη τή νῆσο, χωρίς κανένα ἐμπόδιο.

Ἡ ἁγία Εἰκόνα κοσμήθηκε μέ ἀργυροεπίχρυση πλάκα τό πρῶτον, κατά τό 1576, ἐπί Ἡγουμένου Γρηγορίου, ἡ ὁποία ἀντικαταστάθηκε ἀργότερα μέ ἄλλη ὅμοια, κατά τό 1795, ἐπί Ἡγουμένου Μελετίου. Ἡ ἁγία Εἰκόνα εἶναι καλυμμένη μέ σκέπη, ἔτσι, πού νά μήν εἶναι ὁρατό τό Πρόσωπό της, καί τοῦτο, εἴτε γιατί ἔτσι θέλησε ὁ αὐτοκράτορας Ἀλέξιος Κομνηνός, ὅταν ὑποχρεωτικά καί παρά τή θέλησή του τήν ἀποχωριζόταν, εἴτε ἐξ αἰτίας τῆς ἀναξιότητάς μας, λόγῳ τῶν πολλῶν μας ἁμαρτιῶν, νά ἀντικρύσουμε τήν εὐλογημένη ἀπό τήν ἴδια τήν Παναγία σεπτή Εἰκόνα της. Πάντως σίγουρο εἶναι ὅτι οὐδείς μπόρεσε ποτέ νά δεῖ τό Πρόσωπό της. Οἱ ἐλάχιστοι, πού ἀποπειράθηκαν, ἐμποδίστηκαν ἀπό τήν ἴδια τήν Παναγία. Ἡ ἱστορία τῆς Μονῆς ἀναφέρει δύο τέτοιες περιπτώσεις. Κατά τό 1699 ὁ σοφώτατος Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας Γεράσιμος τόλμησε, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε τή Μονή, καί προσπάθησε νά ἀποκαλύψει τό Πρόσωπο τῆς Εἰκόνας, ἀλλά δοκιμάστηκε πολύ γιά τήν ἀπόπειρά του αὐτή. Ἔχασε τό φῶς του, τό ὁποῖο ἀνέκτησε καί πάλι, ὕστερα ἀπό ἕνα τρίμηνο παρακλήσεων, δεήσεων καί ἱκεσιῶν καί βαθύτατης μετάνοιας. Τό γεγονός αὐτό τό βεβαιώνει ὁ ἴδιος ὁ παθών μέ γράμμα του, τό ὁποῖο καταχωρήθηκε στό τέλος τῆς περιγραφῆς τῆς Μονῆς, πού ἐξεδόθηκε τό 1751.

Ἐπίσης, κατά τό 1776, ἐπισκέφθηκε τή Μονή ἐλλόγιμος Ρόδιος ἱερομόναχος, Ἰωάννης καλούμενος, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ διανυκτέρευσε μέσα στόν ναό, ἀποπειράθηκε, ὕστερα ἀπό ὁλονύκτια ἀγρυπνία, νά ἀποκαλύψει τό πρόσωπο τῆς ἁγίας Εἰκόνας, ὁπότε βγῆκε ἀπό τήν Εἰκόνα λεπτότατη λαύρα, ἡ ὁποία κάλυψε τό πρόσωπό του καί δέν κατόρθωσε νά ἐπιτύχει τοῦ σκοποῦ του.
Ἡ ἁγία Εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ἐλεούσας τοῦ Κύκκου, λόγῳ τῆς εὐλογίας πού δέχτηκε ἀπό τήν ἴδια τήν Παναγία καί τῆς θείας χάρης πού δόθηκε ἀπό τόν μονογενῆ Υἱό της, τόν Σωτῆρα καί Λυτρωτή μας Χριστό, ἀλλά καί λόγῳ τῆς θαυματουργικῆς ἰδιότητάς της, ἔγινε σεβαστή ἀπό ὅλους τούς ὅπου γῆς ὀρθοδόξους χριστιανούς. Ἡ ἀγάπη καί ὁ σεβασμός τοῦ ὀρθοδόξου χριστεπωνύμου πληρώματος πρός τήν ἁγία Εἰκόνα ἀποτέλεσε μοναδικό φαινόμενο καί γρήγορα ἀπέκτησε, ὄχι μόνο παγκύπρια, ἀλλά καί πανορθόδοξη φήμη καί σεβασμό, καί πολλές εἰκόνες, τόσο στήν Κύπρο ὅσο καί στό ἐξωτερικό, ὅπως στήν Ἑλλάδα, τή Ρωσία, τή Γεωργία, τήν Αἰθιοπία, τήν Αἴγυπτο καί ἀλλοῦ, ἔφεραν καί φέρουν τήν ὀνομασία «Παναγία ἡ Ἐλεοῦσα τοῦ Κύκκου». Πρέπει, ἐπίσης, νά τονιστεῖ ὅτι, ἐξ αἰτίας τῆς αἴγλης πού ἡ ἁγία Εἰκόνα προσέδωσε στήν Ἱερή τοῦ Κύκκου Μονή, πολλοί μικρασιάτες προσκυνητές, οἱ ὁποῖοι μετέβαιναν στούς Ἁγίους Τόπους μέσῳ τῆς Κύπρου, ἀποφεύγοντας, ἐξ αἰτίας τῶν ληστῶν τό δρομολόγιο Συρίας­Λιβάνου, ἐπισκέπτοντο τή Μονή Κύκκου, γιά νά προσκυνήσουν τήν ἁγία Εἰκόνα. Τό ἴδιο καί γιά αἰῶνες συνέβαινε καί μέ Ρώσους προσκυνητές τῶν Ἁγίων Τόπων. Τό πέρασμά τους ἀπό τήν Ἱερά Μονή Κύκκου καί ἡ προσκύνηση τῆς θαυματόβρυτης Εἰκόνας τῆς Παναγίας τῆς Κυκκώτισσας συμπλήρωνε καί ὁλοκλήρωνε τό ἱερό προσκύνημά τους στούς Ἁγίους Τόπους.
Ἐπειδή, ὅμως, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ διαχέεται ἀνά τούς αἰῶνες καί ἐφόσον ὑπάρχει Ἐκκλησία, ὁ κατακλυσμός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος παραμένει ζωντανός καί ἐνεργός, ἀσταμάτητος καί ἀδιάκοπος.

Μέσα σ’ αὐτή τή σημερινή κοινωνική καί παγκόσμια περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα, ὅπου τά πάντα διαλύονται, ἀρχές καί ἀξίες περιθωριοποιοῦνται καί παροπλίζονται, ἡ Ἐκκλησία παραμένει ἀσάλευτη καί πανίσχυρη. Ὅσα σύννεφα καί ἄν τήν κυκλώνουν ἀπειλητικά, δέν τρομάζει, δέν τρομοκρατεῖται γιατί θεμέλιό της εἶναι Αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Χριστός.
Θαύματα γινόντουσαν, γίνονται καί θά γίνονται. Ταπεινοί καί ἀνάξιοι ὄντες, καθημερινά γινόμαστε αὐτόπτες μάρτυρες τῶν σημείων, παρεμβάσεων καί ἐπεμβάσεων, τῆς Ἐλεούσας τοῦ Κύκκου.

Ὁ μακαριστός συνασκητής καί ἀδελφός τῆς Μονῆς, Ἀρχιμανδρίτης Εὐγένιος μᾶς διασώζει, ὅτι τό 1967 δωρήθηκαν στή Μονή μας δύο λαμπάδες μεγάλες. Τό βράδυ ἐμφανίσθηκε ἡ Ἐλεοῦσα τοῦ Κύκκου καί ἀνέφερε σέ ἀδελφό τῆς Μονῆς νά μήν τίς ἀνάψουν. Τό ἔπραξαν καί διαπίστωσαν, ὅτι οἱ λαμπάδες περιεῖχαν στό ἐσωτερικό τους μπαρούτι καί ὅλοι μας ἀντιλαμβανόμαστε τί θά ἀκολουθοῦσε, ἐάν τίς ἄναβαν.
Τό 1992 παρετηρήθη μιά μεγάλη σέ διάρκεια περίοδος ἀνομβρίας καί ξηρασίας καί τότε ὁ νῦν Μητροπολίτης Κύκκου καί Τηλλυρίας κ. Νικηφόρος καί τότε Ἡγούμενος τῆς Μονῆς προσκάλεσε κλῆρο καί λαό νά προσέλθει γονυπετής καί νά θερμοπαρακαλέσει τήν «Παναγία τῆς Βροχῆς» νά ἀνοίξουν οἱ κρουνοί τοῦ οὐρανοῦ. Μετά ἀπό ὁλονύκτια ἀκολουθία καί ἀγρυπνία στό καθολικό τῆς Μονῆς, οἱ πατέρες πῆραν τήν ἁγία Εἰκόνα καί τή μετέφεραν ἐν πομπῇ στό Θρονί της καί ἀνεπέμφθη δέηση. Καί, τότε, ἄνοιξαν ὄντως οἱ κρουνοί τοῦ οὐρανοῦ καί ἡ διψασμένη γῆ γεύτηκε τούς καρπούς τῆς βροχῆς.

Στίς 7 Αὐγούστου 2016, προσῆλθε στήν πιό στοργική καί τρυφερή Μάνα τοῦ κόσμου, μιά πονεμένη μάνα μέ τό παράλυτο παιδί της. Μάνα τῆς γῆς καί Μάνα τοῦ οὐρανοῦ κοιτάχθηκαν στά μάτια. Χωρίς νά μιλήσουν εἶπαν πολλά. Ἡ δέηση καί ἡ παράκληση τῆς μάνας τῆς γῆς βρῆκε ἀνταπόκριση, τό παιδάκι δειλά-δειλά στάθηκε στά πόδια του καί περπάτησε.
Τό 1997, ἕνα πρωινό, τό καθολικό τῆς Μονῆς εὐωδίασε μέ ἄρρητη εὐωδία. Παχύρευστο δάκρυ ἐμφανίστηκε στούς ὀφθαλμούς τῆς Παναγίας τῆς ὀνομαζόμενης τῶν Ἑλικῶν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται στό εἰκονοστάσι τοῦ καθολικοῦ τῆς Μονῆς. Χιλιάδες λαοῦ προσέτρεξαν τότε στή χάρη της.

Καί γιά νά μήν παραλείψουμε θεωρῶ σκόπιμο νά ἀναφέρουμε τό γεγονός ὅτι πολλές ἄτεκνες γυναῖκες προστρέχουν στή Μητέρα τῆς ζωῆς καί, μετά ἀπό δέηση, φέρουν καί ζώνονται τή ζώνη τῆς Παναγίας καί ἀποτέλεσμα αὐτοῦ, ἡ Παναγία τούς χάρισε πολλά παιδιά, σκορπώντας ἀνείπωτη χάρη τόσο στούς γονεῖς ὅσο καί σέ μᾶς.
Σεβασμιώτατε, εὐχηθεῖτε ἡ χάρη τῆς Παναγίας, τῆς Ἐλεούσας τοῦ Κύκκου νά σκέπει καί νά περιφρουρεῖ τή θεόσωστη Μητρόπολή σας, τόν περιούσιο λαό της, τόν λαό τῆς δοκιμαζόμενης Ἑλληνικῆς Κύπρου, ὅπως καί τούς ὅπου γῆς πιστούς.

Μετά τον Εσπερινό, στον προαύλιο χώρο του ναού πραγματοποιήθηκε ένα ξεχωριστό και συγκινητικό καλλιτεχνικό πρόγραμμα.
Το πρόγραμμα ήταν αφιερωμένο στήν Παναγία, όπως αυτή τιμάται στις διάφορες περιφέρειες του Ελληνισμού, όπως της Κρήτης, της Στερεάς Ελλάδας, της Πελοποννήσου, της Ανατολικής Ελλάδος, του Πόντου, της Κύπρου κ.α.
Τα συγκροτήματα απέδωσαν σχετικούς παραδοσιακούς χορούς.

Τη Δευτέρα, κατά τη διάρκεια της Παράκλησης προς την Παναγία, μίλησε κατάλληλα ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Ανδρέας Κονάνος.


Την Τετάρτη το απόγευμα, κατά την ακολουθία του Εσπερινού, μίλησε ο Πρωτοπρεσβύτερος Παρασκευάς Παπαμιχαήλ, Διευθυντής του Γραφείου του Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρου, ο οποίος, μεταξύ άλλων, ανέφερε και τα εξής:
«Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας διακοσμείται από προφήτες, αποστόλους, αγίους, οσιομάρτυρες, ασκητές, αναχωρητές και καυχάται, όχι μόνο γι’ αυτούς που ανήκουν ήδη στο νοητό στερέωμα της θριαμβεύουσας Εκκλησίας, αλλά και γιατί οι προαναφερθέντες χαρισματούχοι δεν έχουν εκλείψει από την στρατευόμενη Εκκλησία. Αυτό άλλωστε είναι και το στοιχείο που τεκμηριώνει την Ορθόδοξη Εκκλησία ως ζώσα και αληθινή Εκκλησία του Χριστού. Ο σκοπός της Εκκλησίας, όπως πολύ εύστοχα έχει εκφρασθεί, είναι να παράγει «άγια λείψανα». Μια Εκκλησία, που δεν οδηγεί στον αγιασμό και στη θέωση, έχει χάσει τον προορισμό της. Βεβαίως τα ανωτέρω ισχύουν για όλους τους ανθρώπους, που κοινωνούν με την αγιαστική ενέργεια του Θεού αλλά η δυνατότητα αυτή ήταν πάρα πολύ περιορισμένη πριν από την Σάρκωση του Θείου Λόγου, και ειδικότερα πριν από την Πεντηκοστή.

Κατά τον Αγ. Νικόδημο τον Αγιορείτη, μόνο μία ύπαρξη στην ανθρώπινη ιστορία υπερέβη το πνευματικό υψόμετρο και αυτού του αγγελικού κόσμου. Όλα τα κτίσματα εκοινώνησαν «μόνο της του Θεού ενεργείας, ενώ η Κυρία ημών Θεοτόκος εδέχθη εν εαυτή υποστατικώς το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, αποβάσα κυρίως και αληθώς Θεοτόκος… που αποδεικνύει κατά την έννοιαν της προγνώσεως του Θεού, ότι η Θεοτόκος ήτο όντως τέλος το σκοπιμώτατον και ύστατον». Όπως επίσης τονίζει, το μεγαλείο της Παρθένου είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το άρρητο μεγαλείο του χριστολογικού μυστηρίου, και η παρουσία της Απειρόγαμου ήταν συνθήκη απαραίτητη της επί γης ενανθρωπήσεως του Υιού του Θεού. Ο θερμότατος έρωτας της ψυχής του Αγίου προς την Υπεραγία Θεοτόκο είναι εφάμιλλος προς την αγάπη και τη βαθιά ευλάβεια, την οποία αισθάνονταν όλοι οι Άγιοι Πατέρες προς το σεπτό πρόσωπο της Μητέρας του Κυρίου.
Η Θεοτόκος Μαρία τιμάται στην Ορθόδοξη Εκκλησία, ως Παρθένος Αγνή, και μάλιστα Παρθένος «προ τόκου, εν τόκω και μετά τόκον». Ο Ενανθρωπήσας Λόγος του Θεού, συλληφθείς στη Θεοδόχο γαστέρα της Παναγίας, υπερέβη κάθε έννοια φυσικής ανθρώπινης συλλήψεως. Ο Χριστός ήταν «απάτωρ εκ μητρός» και «αμήτωρ εκ Πατρός», ή, κατά το δοξαστικόν της Περιτομής του Κυρίου, «οκταήμερος κατά την μητέρα και άναρχος κατά τον Πατέρα».

Όλοι οι Πατέρες αποστολικοί και μεταγενέστεροι τονίζουν έμμεσα ή άμεσα το αειπάρθενο της Θεοτόκου. Σύντομη και επιγραμματική είναι και η διατύπωση του Ιερού Αυγουστίνου για την αειπαρθενία της Θεοτόκου, ο οποίος λέγει ρητώς: «Παρθένος συνέλαβε, παρθένος εγέννησε, και παρθένος μετά ταύτα έμεινε». Βεβαίως οι άγιοι Πάντες (ακριβώς επειδή ήσαν άγιοι) είχαν ισχυρή πνευματική όραση και διέκριναν, ότι η Υπεραγία Θεοτόκος είλκυσε την αγάπη του Θεού και έγινε πολυαγαπημένη και ποθητή στον μόνο ποθητό, εξαιτίας της καθολικής αγιότητάς της. Όμως ακόμη και οι άγιοι ομολογούν την πλήρη αδυναμία τους να προσεγγίσουν, έστω και μερικώς, το απύθμενο πέλαγος του μυστηρίου της αειπαρθενίας. Γράφει σχετικά ο Βασίλειος Σελεύκειας: «Πώς παρθενικού κατατολμήσω πελάγους και βυθόν ανερευνήσω μυστηρίου μεγάλου, ει μη συ με διδάξης, η Θεοτόκος, οίον τινα κολυμβητήν άπειρον, αποδύσασθαι τον παλαιόν άνθρωπον τον φθειρόμενον κατά της επιθυμίας της απάτης; Είτα το στόμα της διανοίας ελέους πληρώσασα προς το βάθος καταδύναι της σης κυοφορίας».
Είναι γι’ αυτό, που στη συνείδηση των ορθοδόξων πιστών, η Παναγία έχει καθιερωθεί ως μεσίτρια, που ενώνει τη γη με τον ουρανό, τον αισθητό κόσμο με τη νοητή ωραιότητα. Η αλήθεια αυτή αποτυπώνεται στους βυζαντινούς ναούς με την Πλατυτέρα, που εικονίζεται στην κόγχη του ιερού. Η Παναγία είναι η κλίμακα, από την οποία κατέβηκε ο Θεός στη γη, για να μπορέσει ο άνθρωπος να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες της φθοράς και του θανάτου, να ατενίσει την ωραιότητα του προπτωτικού κάλλους και να πορευθεί προς τη θέωση. Γι’ αυτό η κλίμακα του Ιακώβ εξεικονίζει τη Θεοτόκο, που ένωσε τα «διεστώτα» και συνάπτει αυτά για πάντα με τις πρεσβείες και τη μεσιτεία της προς τον Υιό και Θεό της.
Με ποια σημασία όμως η Παναγία θεωρείται μεσίτρια, αφού είναι γνωστό, ότι ένας είναι ο μεσίτης Θεού και ανθρώπων, ο Ιησούς Χριστός; Ο Χριστός με τη θυσία του έγινε το «αντίλυτρο» για την εξαγορά όλων των ανθρώπων από τα δεσμά της πτώσης, γεφυρώνοντας το χάσμα μεταξύ Πατέρα και εκπεσμένου υιού. Ο Χριστός είναι μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων και η μεσιτεία Του αυτή γίνεται δυνατή με την Παναγία, που ως Μητέρα του Θεανθρώπου, πρόσφερε σε όλους τη δυνατότητα να κοινωνούν με τον Θεό.

Βασική προϋπόθεση για την επανασύνδεση και προσέγγιση Θεού και ανθρώπων είναι η λύση της έχθρας γης και ουρανού και η επαναφορά των «αποστατών» στον Πατέρα, γράφει ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός. Με τη λύση της έχθρας, ανοίγει ο δρόμος για την υιοθεσία του ανθρώπου από τον Θεό. Η υιοθεσία ενεργοποιεί τη μετοχή στη θεία δόξα με τον φωτισμό και την ανακαίνιση του συντετριμμένου πλάσματος. Η Παναγία ως μεσίτρια οδηγεί τον άνθρωπο στον Χριστό και πρεσβεύει για τη σωτηρία του. Στην εικονογραφία και την υμνολογία της Εκκλησίας, που αποτυπώνεται στις ακολουθίες, στους κανόνες, τον Ακάθιστο Ύμνο, τα θεοτοκάρια, τις συναπτές και σε κάθε σχετικό ύμνο, η Θεοτόκος δέεται υπέρ των πιστών και δεομένη εκφράζεται ως Μητέρα όλων. Αυτό διαφαίνεται περισσότερο στις θεομητορικές εορτές που αποτελούν ειδικότερες αφορμές καταφυγής των Χριστιανών στη σκέπη και προστασία της.
Η βαθιά αυτή πεποίθηση του λαού για τη διαρκή παρουσία της Παναγίας στο χειμαζόμενο άνθρωπο παγιώθηκε από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες στη συνείδηση των πιστών. Η Θεοτόκος γίνεται «τοις λυπουμένοις ευμενές παραμύθιον, πάσι τοις αιτούσιν ετοίμη βοήθεια». Η ίδια είναι κοντά στους ανθρώπους, αισθάνεται λύπη γι’ αυτούς και ποθεί τη σωτηρία του σύμπαντος κόσμου. Αγκαλιάζει τους πάντες και είναι έτοιμη με την παρρησία και την εγγύτητά της στον Θεό να λύσει κάθε επώδυνη κατάσταση της ζωής, την οποία προκαλεί η αμαρτία .
Οι άνθρωποι έχουν το προνόμιο να διαθέτουν ισχυρό προστάτη και υπερασπιστή τους, την Παναγία, που με την παρέμβασή της αποδυναμώνει την επιρροή του κακού. Αυτή «δέεται και πρεσβεύει υπέρ ημών», ανατρέποντας τις ορμές των παθών και τον πόλεμο του πονηρού. Η Παναγία και επιθυμεί και μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση των ποικίλων κακών, πριν ακόμη οι άνθρωποι τα αντιληφθούν. Τότε παρεμβαίνει η μεσίτρια, που με τις μητρικές της παρρησίες ικετεύει θερμά τον ουράνιο Πατέρα, σαν να πρόκειται για τον εαυτό της, προβάλλοντας τη συγγένεια της φύσεώς της με το ανθρώπινο γένος.
Η Παναγία επιβλέπει από ψηλά με συμπόνια, ως «υπέρμαχος στρατηγός», το ποίμνιο, που δεινοπαθεί από φανερές ή αφανείς επιθέσεις των εχθρών και κυρίως του παλαιού τυράννου, του πονηρού. Η μεσιτεία της είναι το υπέρλογο εκείνο μέσο που, όχι μόνο τιμά το ανθρώπινο γένος, αλλά και το ενισχύει, αφού το απαλλάσσει από την κυριαρχία του αιτίου των κακών έξεων και συνηθειών. Οι πιστοί δέονται στη Θεοτόκο να καταστείλει τα πάθη της ψυχής τους και να απολεπτύνει σταδιακά το νέφος της σάρκας, το παχύ και γεώδες αυτό προκάλυμμα. Ζητούν ακόμη να ενδυναμώνει τις νοερές κινήσεις και ενέργειες της ψυχής τους και να τις προσανατολίζει προς το αιώνιο και αρχέγονο κάλλος.
Είναι τόσο πολλές οι θλίψεις, οι συμφορές του βίου και οι πειρασμοί, που κυκλώνουν από παντού τον πιστό, ώστε αναζητά την «κραταιά σκέπη» της Παναγίας και ζητά προστασία, κάνοντας έκκληση προς αυτήν: «Διά σπλάχνα ελέους σου, Παρθένε, μη παρίδης σεμνή ποντούμενόν με σάλω βιοτικών κυμάτων, αλλά δίδου μοι χείρα βοηθείας καταπονουμένω κακώσεσι του βίου». Στον αγώνα του ενάντια στο κακό, ο πιστός καταπονείται ανελέητα από τις ορμές των παθών, από τα βέλη του πονηρού και από τις επαναστάσεις της σάρκας. Γι’ αυτό ζητά συνεργό και βοηθό του την Παναγία, ώστε να καταστείλει τις σαρκικές εκρήξεις και να αποτρέψει την κυριαρχία και επικράτηση του υλικού φρονήματος που γεννά την αμαρτία. Ο πιστός επικαλείται επίσης και την άμεση παρουσία του Θεού Πατέρα από τον οποίο ζητά να του δωρίσει «γρήγορον νουν, σώφρονα λογισμόν και καρδίαν νήφουσαν». Έτσι η προσωπική άσκηση συμβαδίζει με τη θεία αντίληψη. Ο πιστός δεν στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις, αλλά περισσότερο στη βοήθεια του Θεού, στον οποίο και προσφέρει όλη του την ύπαρξη, όπως έπραξαν οι άγιοι της Εκκλησίας και, κυρίως, η Παναγία.

Οι πρεσβείες της Θεοτόκου στηρίζουν τον άνθρωπο μπροστά στους πειρασμούς και τη δύναμη του κακού. Ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός εκτιμά, ότι ο ανθρώπινος βίος θα ήταν αβίωτος, εάν οι πιστοί δεν είχαν την Παναγία «συνόμιλόν τους και μόνην επί γης καταλελειμμένην παρηγορίαν» .
Η Θεοτόκος, με τη συνεκτική δύναμη, τον Θεάνθρωπο Υιό της που έφερε στους μητρικούς της κόλπους, γίνεται ενοποιός χώρα που συγκρατεί και ενώνει. Αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους, συγκεντρώνει τους διασκορπισμένους και τους συμφιλιώνει μεταξύ τους και με τον Θεό, όπως ακριβώς το κέντρο του κύκλου όλες τις διερχόμενες ευθείες. Η Παναγία γίνεται η κοινή εστία, το θεμέλιο βάθρο και η απαράμιλλη πηγή των υπερφυσικών χαρισμάτων, από τα οποία αντλεί πλούσια η νοερή και λογική φύση χωρίς όμως να μπορεί να υπερβεί την τελειότητα εκείνης.
Η Παναγία, ως μέση μεταξύ δύο ιστορικών κόσμων, προ και μετά Χριστόν, μεσίτευσε όχι μόνο μεταξύ αυτών των δύο, αλλά και μεταξύ του Θεού και όλου του ανθρώπινου γένους. Η θέση της στο μυστήριο της θείας οικονομίας της έδωσε το προνόμιο να συνδέει μόνη αυτή το ανθρώπινο με το θείο. Έτσι κατέστησε τον Θεό Υιό ανθρώπου και ανέδειξε τους ανθρώπους σε υιούς του Θεού, γράφει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς. Από αυτή τη θεία ιδιότητά της εκπορεύεται ο ρόλος της μεσιτείας και πρεσβείας της για τους ανθρώπους. Έκτοτε αναδύεται ως έμψυχο άγαλμα κάθε καλού, ως ζωντανή εικόνα κάθε αρετής, ως κοινωφελέστατη τιμή του ουρανού, της γης και των επέκεινα.
Πράγματι το βασικό και κύριο έργο της Θεοτόκου «εν ουρανοίς» είναι η ακατάπαυστη πρεσβεία και παράκληση για τα παιδιά της που άφησε στον κόσμο. Είναι δε τόσο αποτελεσματικό το έργο της, ώστε κατορθώνει να γκρεμίσει το μεσότοιχο της έχθρας και να ενώσει τα επίγεια με τα ουράνια, όπως λέγουν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας.
Οι χριστιανοί γνωρίζουν το αμετάθετο της μεσιτείας της, γι’ αυτό την αποκαλούν «μεσίτρια», και αυτός ο χαρακτηρισμός δεσπόζει μέσα στις θεομητορικές γιορτές. «Και σε μεσίτριαν έχω προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξει τας πράξεις ενώπιον των αγγέλων. Παρακαλώ σε, Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει».
Το ίδιο συγκινητική είναι και η προσευχή προς την Παναγία στην ακολουθία του Αποδείπνου. «Η των απηλπισμένων μόνη ελπίς και των πολεμουμένων η βοήθεια, η ετοίμη αντίληψις των εις σε προστρεχόντων και πάντων των χριστιανών το καταφύγιον».

Οι Πατέρες της Εκκλησίας γεμάτοι από σεβασμό, θαυμασμό και ευγνωμοσύνη για την κραταιά σκέπη της Θεοτόκου, μας διδάσκουν να έχουμε αδιάσειστη πίστη στη μητρική παρουσία της. Ο Ηλίας Μηνιάτης λέγει: «… μίαν μεσιτείαν, έναν λόγο, ένα νεύμα να κάμης προ του Υιόν σου δι’ εμέ, εγώ είμαι σωσμένος. Μαρία, όποιος εις σε ελπίζει, αδύνατον είναι να χαθή».
Η Παναγία λοιπόν είναι το καταφύγιό μας και προσφέρει τα αιώνια αγαθά στον κόσμο. Με τη δική της πρεσβεία οι άνθρωποι και οι άγγελοι δέχονται τη χάρη. Αυτήν την πρεσβεία να επιζητούμε και εμείς με μεγαλύτερη επιμονή και ελπίδα. Ο δρόμος πρός την αιωνιότητα περνά οπωσδήποτε απο τη Θεοτόκο. Η Παναγία είναι η «διάβαση», το πέρασμα. Δεν μπορεί κανείς νά περάσει την Ερυθρά θάλασσα τῆς ζωής παρά μόνο μέσω της Θεοτόκου. Χωρίς την Παναγία, την Οδηγήτρια δεν μπορεί κανείς να φθάσει στην αιώνια πατρίδα. Η Θεοτόκος δεν είναι μόνο «η κλίμαξ του Ουρανού» είναι συγχρόνως και «γέφυρα» της αιωνιότητας «η μετάγουσα τους εκ γης προς ουρανόν». Η Θεοτόκος μεσιτεύει «υπέρ ημών και όχι αντί ημών». Οι πρεσβείες της προϋποθέτουν τη δική μας ολόψυχη αφοσίωση στον Κύριο καί τον λόγο Του και βασίζονται σ᾽ αυτήν. Δεν πρέπει δε νά λησμονούμε, ότι το ζήτημα της σωτηρίας μας ἐξαρτάται κυρίως από την ελεύθερη καί υπεύθυνη συμμόρφωσή μας προς το θέλημα του Θεού. Η μεσιτεία της Θεοτόκου, οι πρεσβείες των Αγίων και η χάρη του Χριστού έρχονται ως ευλογία του Ουρανού στην ελεύθερη και εκούσια προσωπική μας απόφαση να ζήσουμε ολοκληρωτικά και ισόβια «εις την υπακοήν του Χριστού».
Ανάλογες λατρευτικές εκδηλώσεις και άλλες εκκλησιαστικές ακολουθίες πραγματοποιούνταν και τις επόμενες μέρες.

Η Εικόνα παρέμεινε στην Ιερά Μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας και συγκεκριμένα στον Ιερό Ναό Προφήτου Ηλιού και των Αγίων Νεομαρτύρων Δημητρίου και Παύλου, από τις 16 – 22 Σεπτεμβρίου 2017.
Το συγκινητικό ήταν ότι πλήθη πιστών συνέρρεαν, όχι μόνο από τις πλησιόχωρες περιοχές, αλλά και από άλλες επαρχίες της Ελλάδος, για να ασπασθούν με σεβασμό και αγάπη την Παναγία και να καταθέσουν με ευλάβεια τον πόθο και τα αιτήματά τους.