Κυριακή Πρώτη Ματθαίου – Αγίων Πάντων – Αποστόλου Βαρνάβα – Θεία Λειτουργία στο Μετόχι Ι. Μ. Κύκκου, Άγιος Προκόπιος (Άμεση μετάδοση)

Των Αγιων Παντων
Βαρνάβα ἀποστόλου, ἱδρυτοῦ καί προστάτου
τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, Λουκᾶ ἀρχιεπισκόπου Συμφερουπόλεως τῆς Κριμαίας τοῦ ἰατροῦ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
ΕΚ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ
ι’, 31-33. 37-38. ιθ’, 27-30

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοῦ Μαθηταῖς˙ Πᾶς ὅς τις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κᾀγώ ἐν αὐτῷ, ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου, τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Ὅς τις δ’ ἄν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτόν κᾀγώ, ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. Ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ὑπέρ ἐμέ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος˙ καί ὁ φιλῶν υἱόν ἤ θυγατέρα ὑπέρ ἐμέ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. Καί ὅς οὐ λαμβάνει τόν σταυρόν αὑτοῦ, καί ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. Ἀποκριθείς δέ ὁ Πέτρος, εἶπεν αὐτῷ˙ Ἰδού, ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα, καί ἠκολουθήσαμέν σοι˙ τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; Ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς˙ Ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐπί θρόνου δόξης αὑτοῦ, καθίσεσθε καί ὑμεῖς ἐπί δώδεκα θρόνους, κρίνοντες τάς δώδεκα φυλάς τοῦ Ἰσραήλ. Καί πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας, ἤ ἀδελφούς, ἤ ἀδελφάς, ἤ πατέρα, ἤ μητέρα, ἤ γυναῖκα, ἤ τέκνα, ἤ ἄγρούς, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται, καί ζωήν αἰώνιον κληρονομήσει. Πολλοί δέ ἔσονται πρῶτοι, ἔσχατοι˙ καί ἔσχατοι, πρῶτοι.

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Είπε ο Κύριος στους μαθητές του: «Όποιος ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους ότι ανήκει σ’ εμένα, θα τον αναγνωρίσω κι εγώ για δικόν μου μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου. Όποιος όμως με απαρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα τον απαρνηθώ κι εγώ μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου».
«Όποιος αγαπάει πατέρα ή μάνα παραπάνω από μένα δεν είναι άξιος για μαθητής μου. Κι όποιος αγαπάει γιο ή θυγατέρα παραπάνω από μένα δεν είναι άξιος για μαθητής μου. Κι όποιος δεν παίρνει το σταυρό του και δε με ακολουθεί δεν είναι άξιος για μαθητής μου». Μίλησε τότε ο Πέτρος και του είπε: «Να, εμείς τα εγκαταλείψαμε όλα και σε ακολουθήσαμε. Τι θα γίνει μ’ εμάς;» Κι ο Ιησούς τους είπε: «Σας βεβαιώνω πως εσείς που με ακολουθήσατε, στον καινούργιο κόσμο, τότε δηλαδή που θα καθίσει ο Υιός του Ανθρώπου στο μεγαλόπρεπο θρόνο του, θα καθίσετε κι εσείς σε δώδεκα θρόνους, για να κρίνετε τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Κι όποιος άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια για χάρη μου, θα πάρει εκατό φορές περισσότερα και θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Πολλοί θα βρεθούν από πρώτοι τελευταίοι, κι άλλοι από τελευταίοι πρώτοι».

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ

Ο Απόστολος Βαρνάβας (Κύπρος – 61 μ.Χ., Σαλαμίνα, Κύπρος) ήταν ένας από τους πρώτους χριστιανούς, ο οποίος μαζί με τους δώδεκα αποστόλους βοήθησε στη διάδοση του Ευαγγελίου. Ακολούθησε τον Απόστολο Παύλο στις περιοδείες του και είχε για βοηθό του τον ανιψιό του Ευαγγελιστή Μάρκο. Ήταν προφήτης και δάσκαλος στην Αντιόχεια. Αν και δεν ήταν ένας από τους 12 αποστόλους, περιγράφεται ως «απόστολος» καθώς «ήταν σταλμένος από το Άγιο Πνεύμα».
Υπήρξε πιθανώς ένας από τους εβδομήκοντα αποστόλους που απέστειλε ο Ιησούς Χριστός να κηρύξουν το ευαγγέλιο της Βασιλείας του Θεού. Γεννήθηκε στην Κύπρο, αλλά όταν κλήθηκε να υπηρετήσει τον Κύριο, φαίνεται πως βρισκόταν στην Παλαιστίνη, εκεί όπου ήταν και οι δώδεκα απόστολοι.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Ιωσής ή Ιωσήφ και ήταν Ιουδαίος Λευίτης. Οι απόστολοι του έδωσαν το όνομα «Βαρνάβας», το οποίο και σημαίνει «υιός παρακλήσεως», δηλαδή «γιος παρηγοριάς» (Πράξεις 4:36), ίσως επειδή παρηγορούσε τους φτωχούς και στερημένους όπως π.χ. στην περίπτωση του Πράξ. 4:37 όπου πούλησε αγρόκτημα που είχε στην κατοχή του και παρέδωσε ολόκληρο το αντίτιμο στο κοινό ταμείο της εκκλησίας. Ήταν θείος του ευαγγελιστή Μάρκου (Κολ. 4:10), αφού η μητέρα του Μάρκου ήταν αδελφή του Βαρνάβα. Το έργο του αρχίζει όταν ο Βαρνάβας συνδέθηκε στενά και συνεργάστηκε επί χρόνια με τον απόστολο Παύλο από την Ταρσό. Έτσι ο Βαρνάβας ακολούθησε τον Παύλο στις περιοδείες του, αν και μετά από κάποιο σημείο χώρισαν μετά από «ζωηρή διαφωνία» οπόταν και ο Παύλος συνέχισε την περιοδεία του έχοντας μαζί του τον ευαγγελιστή Λουκά, ενώ ο Βαρνάβας έμεινε στην Κύπρο μαζί με τον Μάρκο όπου οργάνωσαν την εκεί εκκλησία.
Στον Απόστολο Βαρνάβα γίνεται λόγος στις Πράξεις των Αποστόλων από τον Ευαγγελιστή Λουκά, κυρίως στα κεφάλαια 4, 13 και 15. Ο Απόστολος Βαρνάβας καταγόταν από την Κύπρο αγαπούσε πολύ την πατρίδα του, όταν ήρθε με τον Απόστολο Πέτρο, πέρασαν μαζί από την Λάρνακα και την Πάφο οπού εκεί έκανε χριστιανό τον Ρωμαίο διοικητή Σέργιο Παύλο.

Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου

Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου θεωρεί τον Βαρνάβα ιδρυτή και προστάτη της. Ο Απόστολος Βαρνάβας θεωρείται ο πρώτος επίσκοπος Σαλαμίνος ο οποίος ακολούθως είχε μαρτυρικό τέλος αφού πέθανε δια λιθοβολισμού στη Σαλαμίνα. Σύμφωνα με το απόκρυφο βιβλίο «Πράξεις Βαρνάβα», που υποτίθεται ότι εγράφη από τον Ευαγγελιστή Μάρκο, ο Απόστολος μάρτυς ετάφη βιαστικά, μαζί με το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Ματθαίου που κατείχε και χρησιμοποιούσε.
Κοντά στην αρχαία πόλη της Σαλαμίνας, αργότερα Κωνσταντία και σήμερα Αμμόχωστο, βρίσκεται το μοναστήρι του Αποστόλου Βαρνάβα. Εκεί βρίσκεται και ο τάφος του Αγίου, όπου βρέθηκε και το χειρόγραφο Ευαγγέλιο του Ματθαίου στο στήθος του, κατόπιν οράματος του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Ανθέμιου το 477 μ.Χ., οπότε και η Εκκλησία της Κύπρου επιβεβαιώθηκε ως Αυτοκέφαλη. Η μνήμη του αγίου εορτάζεται στις 11 Ιουνίου. Στην Κύπρο υπάρχει αριθμός ναών αφιερωμένων στον Απόστολο Βαρνάβα και η σταυροπηγιακή μονή στα Κατεχόμενα, έξω από την Αμμόχωστο, θεμελιωμένη από τον αυτοκράτορα Ζήνωνα (474-491). Στη βυζαντινή αγιογραφία συχνά παρουσιάζεται μαζί με τον Απόστολο Παύλο να κρατούν μια Εκκλησία, ή μόνος του με το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο στα χέρια του.

Απολυτίκιο Αποστόλου Βαρνάβα – Ήχος α΄
«Το μέγα κλέος της Κύπρου, της Οικουμένης τον κήρυκα,
των Αντιοχέων τον πρώτον της χριστωνύμου κλήσεως αρχιτέκτονα,
της Ρώμης τον κλεινόν εισηγητήν, και θείον των εθνών σαγηνευτήν,
το της χάριτος δοχείον του Παρακλήτου Πνεύματος τον επώνυμον,
Απόστολον τον μέγαν, τον του θείου Παύλου συνέκδημον,
των εβδομήκοντα πρώτον, των δώδεκα ισοστάσιον
πάντες συνελθόντες σεπτώς οι πιστοί, τον Βαρνάβαν άσμασι στέψωμεν,
πρεσβεύει γαρ Κυρίω, ελεηθήναι τάς ψυχάς ημών»

Άγιος Λουκάς Συμφερουπόλεως

Ο Άγιος Αρχιεπίσκοπος Λουκάς ο Ιατρός, κατά κόσμον Βαλεντίν του Φέλιξ Βόϊνο-Γιασενέτσκι, γεννήθηκε το 1877 στο Κερτς της χερσονήσου Κριμαίας. Το 1920 εξελέγη καθηγητής της ανατομίας και χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης. Παντρεύτηκε τη νοσοκόμα Άννα Βασιλίγιεβνα με την οποία απέκτησαν 4 παιδιά. Σε ηλικία 38 ετών έχασε τη σύζυγό του από φυματίωση. Δεν ξαναπαντρεύτηκε, και επισκεπτόταν τον τάφο της συχνά όταν το επέτρεπαν οι συνθήκες της ταραχώδους ζωής του. Ο άγιος Λουκάς ως ιατρός δημοσίευσε σαράντα επιστημονικά έργα. Τα πρώτα 12 χρόνια της δραστηριότητάς του είχε ήδη δημοσιεύσει τα δεκαεννέα από τα σαράντα έργα του. Τον απασχολούσε πολύ η γενική αναισθησία, που όπως έλεγε, την εποχή εκείνη «ήταν πολύ πιο επικίνδυνη από την ίδια τη χειρουργική επέμβαση». Γύρω στο 1909 κατάφερε να βρει έναν απλό και σίγουρο μαζί τρόπο τοπικής αναισθησίας. Με τη δική του μέθοδο έκανε 538 εγχειρήσεις με μεγάλη επιτυχία. Τότε ήταν 33 ετών.

Ο άγιος Λουκάς ήταν πάντοτε πιστός Χριστιανός. Δεν έχανε λειτουργία και παρακολουθούσε όρθιος όλες τις παννυχίδες και τους όρθρους, τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις ημέρες των ορθοδόξων γιορτών. Στο χειρουργείο είχε πάντα την εικόνα της Παναγίας μπροστά στην οποία προσευχόταν για λίγα λεπτά πριν από κάθε επέμβαση. Έπειτα, μ’ ένα βαμβάκι ποτισμένο στο ιώδιο, έκανε το σημείο του σταυρού στο σώμα του ασθενούς, εκεί που θα γινόταν η τομή. Μόνο μετά από αυτά έλεγε με επισημότητα «το νυστέρι». Οι άθεοι συνάδελφοί του γρήγορα τον συνήθιζαν και δεν έδιναν σημασία, ενώ οι θρησκευόμενοι τα έβρισκαν αυτά πολύ φυσικά.
Όμως στις αρχές του 1920 μια από τις επιτροπές ελέγχου του νοσοκομείου όπου εργαζόταν τότε, έδωσε εντολή να ξεκρεμάσουν την εικόνα της Παναγίας, με αποτέλεσμα ο άγιος Λουκάς να αρνείται να μπει στο χειρουργείο. Παράλληλα η σύζυγος ενός από τα στελέχη του κόμματος εισήχθη στο νοσοκομείο ως έκτακτο περιστατικό, και ζητούσε να χειρουργηθεί μόνο από τον Βόινο-Γιασενέτσκι, κι έτσι ο σύζυγός της του υποσχέθηκε ότι αν η εγχείρηση γινόταν, την επόμενη μέρα η εικόνα θα ήταν στη θέση της. Η εγχείρηση έγινε κι ήταν επιτυχής, και ο σύζυγος της άρρωστης κράτησε την υπόσχεσή του.

Το 1921 ο Βαλεντίν Βόινο-Γιασενέτσκι χειροτονήθηκε ιερέας και αργότερα (1923) Επίσκοπος Τασκένδης. Από τότε συνδύαζε ποιμαντικά και ιερατικά καθήκοντα. Παρέμεινε αρχίατρος του Γενικού Νοσοκομείου Τασκένδης, χειρουργούσε καθημερινά και παρέδιδε μαθήματα στην Ιατρική Σχολή, πάντα με το ράσο και το σταυρό του. Από το 1922 και μέχρι την τελευταία του πνοή γνώρισε συλλήψεις, βασανιστήρια, εξορίες και κακουχίες. Φυλακίστηκε και εξορίστηκε συνολικά έντεκα χρόνια. Σε όλο αυτό το διάστημα εξασκούσε την ιατρική βοηθώντας όσους είχαν ανάγκη.
Οι λόγοι των διώξεών του ήταν, οι γενικοί διωγμοί κατά των Ορθοδόξων και η ιδιαίτερη άρνηση του επισκόπου Λουκά να υποστηρίξει τη «Ζωντανή Εκκλησία», ένα εκκλησιαστικό πραξικόπημα μέσω του οποίου το σοβιετικό καθεστώς προσπαθούσε να ελέγξει τους πιστούς. Σοβαρό λόγο έπαιξε και η αντιπάθεια ενός κομματικού στελέχους ονόματι Πέτερς, ο οποίος ήθελε να καταδικάσει σε θάνατο κάποιους γιατρούς που αντιμετώπιζαν κατηγορίες αδιαφορίας απέναντι σε ασθενείς, αλλά στην πολύκροτη δίκη που ακολούθησε δεν τα κατάφερε, εξαιτίας της κατάθεσης του επισκόπου Λουκά. Οι ταλαιπωρίες αυτές ουσιαστικά κατέστρεψαν την υγεία του αγίου Λουκά, ο οποίος τα τελευταία 9 έτη της ζωής του ήταν τυφλός από γλαύκωμα.
Στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου διεύθυνε το στρατιωτικό νοσοκομείο του Κρασνογιάρσκ, ενώ ήταν και επίσκοπος της πόλης αυτής. Από το 1946 μέχρι το 1961 που πέθανε, ήταν μητροπολίτης της Συμφερούπολης. Παράλληλα το 1947 του απαγορεύθηκε να μιλά στους φοιτητές, σταμάτησαν να τον καλούν στα ιατρικά συμβούλια και τον απέλυσαν από ιατρικό σύμβουλο, επειδή «γνώριζαν ότι δεν είχε καθαρό παρελθόν: φυλακές, εξορίες, κηρύγματα» κι επειδή αρνιόταν να πηγαίνει χωρίς το ράσο και το σταυρό του στην εργασία του και σε αυτές τις εκδηλώσεις. Καθώς όμως εκείνος ενδιαφερόταν για τον ανθρώπινο πόνο έβγαλε ανακοίνωση ότι «δέχεται καθημερινά εκτός Κυριακών και εορτών, κάθε άνθρωπο που θέλει τη βοήθειά του» με αποτέλεσμα να καταφθάνουν στο διαμέρισμά του καθημερινά αμέτρητοι άνθρωποι απ’ όλη την Κριμαία.

Ο αρχιεπίσκοπος Λουκάς φέρεται από τους πιστούς να εμφάνισε πολλά πνευματικά χαρίσματα όσο ακόμα ζούσε. Υπάρχουν καταγεγραμμένες μαρτυρίες ασθενών, ότι έκανε ορθή διάγνωση της ασθένειάς τους με το που τους έβλεπε, ενώ άλλοι γιατροί που τους είχαν εξετάσει τους έβρισκαν υγιείς. Πολλοί έχουν επίσης δηλώσει ότι διαπίστωσαν ότι είχε διορατικό χάρισμα, κι άλλοι ότι τους θεράπευσε με την προσευχή του, ιδίως κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του που δεν έβλεπε πλέον για να χειρουργεί. Διώχθηκε, συκοφαντήθηκε, φυλακίστηκε και εξορίστηκε. Τα βάσανα, οι φυλακές της υπερ-σιβηρίας και το πολικό κρύο θα έπρεπε να τον είχαν σκοτώσει δεκάδες φορές. Η εξουσία με τις δολοπλοκίες της, θα έπρεπε με την σειρά της να τον είχε εκτελέσει. Η Θεϊκή παρουσία συνεχώς παρεμβαίνει και ενεργεί στην ζωή του Αρχιεπισκόπου. Μισό αιώνα ο Άγγελος του Θεού περιβάλλει με αόρατο πέπλο προστασίας έναν Ιατρό που χωρίς καν να το γνωρίζει έμελλε να σώσει χιλιάδες ζωές και να αγιάσει σε εποχές σκότους. Για 55 ολόκληρα χρόνια προκαλούσε με την ζωή, την πίστη και τα λόγια του, τις δυνάμεις του κακού και τις νικούσε καθημερινά, αποδεικνύοντας το μεγαλείο της Θείας προστασίας. Ο Άγιος Λουκάς αποδεικνύει περίτρανα πως όποιον ο Θεός αποφάσισε να διατηρήσει, ούτε δεινά πολέμων, ούτε εξορίες σε πολικές θερμοκρασίες αλλά ούτε καν οι φυλακές της υπερ-σιβηρίας μπορούν να λυγίσουν. Ο Κύριος στο πρόσωπο του Αγίου Λουκά ευλόγησε και ανύψωσε την επιστήμη και την έρευνα των ανθρώπων, αρκεί αυτή να μένει πάντα συνδεδεμένη με την πίστη και την γνώση. Εκοιμήθη στις 11 Ιουνίου του 1961. Οι αρχές απαγόρευσαν την εκφορά του νεκρού με τα πόδια από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης, πράγμα που προκάλεσε τη λαϊκή αγανάκτηση ακόμα και των αλλόδοξων. Τελικά οι αρχές αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, η εκφορά έγινε στην κεντρική λεωφόρο της Συμφερούπολης και διήρκεσε τρεισήμισι ώρες. Τη νεκρική πομπή ακολούθησε πλήθος κόσμου, η κυκλοφορία σταμάτησε, ενώ τα μπαλκόνια, οι ταράτσες και τα δέντρα ακόμα, ήταν γεμάτα ανθρώπους. Παράλληλα φέρεται να σημειώθηκε ένα παράδοξο γεγονός, με ένα σμήνος περιστεριών που έκανε επί ώρες κύκλους πάνω από το λείψανο μέχρις ότου η πομπή έφτασε στο νεκροταφείο. Τον Νοέμβριο του 1995 ανακηρύχτηκε άγιος με απόφαση της Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στις 17 Μαρτίου 1996 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του από τον αρχιεπίσκοπο Λάζαρο και μέλη της επιτροπής, μπροστά σε 40.000 περίπου παρευρισκόμενους. Λέγεται ότι βρέθηκαν η καρδιά του και τμήματα του εγκεφάλου του αδιάφθορα ενώ άρρητος ευωδία εξερχόταν από τα λείψανά του.

Στις 24-25 Μαΐου 1996 ήρθε και η επίσημη ανακήρυξή του από το Πατριαρχείο της Ρωσίας. Η μνήμη του τιμάται στις 11 Ιουνίου (29 Μαΐου κατά το παλαιό ημερολόγιο).