Εισηγήσεις του Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρου στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των Ορθοδόξων Εκκλησιών

holyandgreat_logo

logotypo-mitropolis-kykkou-002

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ
ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ

Μητροπολίτη Κύκκου καί Τηλλυρίας
Νικηφόρου

Παναγιώτατε,
Μακαριώτατοι,
Σεβασμιώτατοι καί
Θεοφιλέστατοι,

Τό θέμα τό ὁποῖο μᾶς ἀπασχολεῖ στήν παροῦσα συνεδρία ἔχει πρώτιστα ποιμαντικό ἐνδιαφέρον, ὄχι μόνο γιατί στό Οἰκογενειακό Δίκαιο τῶν κρατῶν τοῦ λεγομένου Δυτικοῦ κόσμου συντελοῦνται ἐσχάτως ραγδαῖες μεταβολές, κάποιες ἀπό τίς ὁποῖες ἀντίκεινται στή σχετική χριστιανική διδασκαλία, ἀλλά καί γιατί γενικότερα τό πνεῦμα τῆς ἐκκοσμίκευσης ἀπειλεῖ, ὅσο ποτέ ἄλλοτε, τή σταθερότητα τοῦ γάμου καί τή συνοχή τῆς οἰκογένειας.

Ὑπό τήν παροῦσα περίσταση τῶν νέων προκλήσεων, ἡ σύγκληση τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἀποδεικνύεται ὠφέλιμος, καί, ἑπομένως, ἡ πρωτοβουλία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, «ἐν τῇ ὀφειλετικῇ αὐτῆς μερίμνη ὡς προκαθημένης», ἀποδεικνύεται ἐπίσης ἐπαινετή.

Τό θέμα τοῦ γάμου καί κατ’ ἐπέκταση τῆς οἰκογένειας θά δικαιολογοῦσε ἀπό μόνο του μία πανορθόδοξη διάσκεψη καί συναπόφαση. Ἐπιτέλους ἦρθε ἡ ὥρα νά ἐξέλθουμε ἀπό τήν αὐτοάνοσο ἐσωστρέφεια καί «συνηγμένοι ἐπί τό αὐτό εἰς τό ὄνομα Κυρίου», ὄχι μόνο δύο ἤ τρεῖς, ἀλλά ὅλες σχεδόν, οἱ κατά τόπους Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, παρόντος ἐν μέσῳ ἡμῶν τοῦ Χριστοῦ, κατά τήν ἀδιάψευστη ὑπόσχεσή του (Ματθ. ιη’ 20) «οὗ γάρ εἰσι δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ἐμόν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν», νά ἀντιμετωπίσουμε μέ ἀποφασιστικότητα καί ρεαλισμό χρονίζοντα προβλήματα, καί ταυτόχρονα νά θέσουμε ἀρχές γιά τό μέλλον τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἐπιτρέψτε μου, Παναγιώτατε Πρόεδρε, Ἅγιοι Ἀδελφοί καί Συλλειτουργοί, νά σχολιάσω ἐπιγραμματικά πτυχές τοῦ κειμένου περί τῶν κωλυμάτων τοῦ γάμου, καταθέτοντας καί κάποιες συμπληρωματικές προτάσεις.

1. Οἱ Συνοδοί καί οἱ κανονολόγοι πατέρες δέν ἀποφάνθησαν συστηματικά καί συνολικά περί τῶν κωλυμάτων τοῦ γάμου, καθ’ ὅσον οἱ σχετικοί κανόνες θεσπίστηκαν, σέ τοπικό καί οἰκουμενικό ἐπίπεδο, κυρίως μέ ἀφορμή τήν ἀντιμετώπιση συγκυριακῶν ζητημάτων, τά ὁποῖα παραπέμπονταν εἴτε πρός συνοδική διαβούλευση εἴτε πρός διατύπωση λύσεων ἀπό ἔγκριτους περί τούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς ἐπισκόπους.

Τό νομικό περιβάλλον τῆς χριστιανικῆς αὐτοκρατορίας εὐνοοῦσε τότε τόν κανονικό νομοθέτη νά διατυπώνει τίς ἀρχές τῆς κανονικῆς διδασκαλίας, τίς περισσότερες φορές σέ συνάρτηση πρός τόν πολιτικό νομοθέτη. Ἔτσι, οἱ ἀμφίδρομες ἐπιδράσεις καθίσταντο γόνιμες καί ἐπιθυμητές. Οἱ νόμοι τῶν αὐτοκρατόρων καί οἱ ἱεροί κανόνες διαμόρφωναν ἀπό κοινοῦ τό χριστιανικό δίκαιο τοῦ γάμου.

Σήμερα, ὅμως, εἶναι γνωστό ὅτι τό περιρρέον πνεῦμα τοῦ πολιτικοῦ νομοθέτη ἀνέτρεψε τά παραδεδομένα καί ἐν πολλοῖς υἱοθέτησε ἀρχές, πού ἀντιβαίνουν πρός τή διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι, τό κοσμικό δίκαιο εἶναι ἀπρόσφορο γιά σύζευξη μέ τό κανονικό. Ἐπειδή ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἐξακτινώνεται πλέον σέ ὅλη τήν ὑφήλιο, ὀφείλουμε νά ἀποφασίσουμε μέ ποιμαντικό ρεαλισμό, χωρίς νά ἀγνοοῦμε καί τό ἰσχῦον Οἰκογενειακό Δίκαιο τῶν κρατῶν, ὅπου διαβιοῦν τά μέλη της, ὑπό τήν προϋπόθεση βέβαια ὅτι δέν θά ἀναιροῦνται οἱ ἀρχές πού ἔθεσε ὁ κανονικός νομοθέτης.

Ὁ Μέγας Βασίλειος σέ ἀντίστοιχη περίπτωση, μέ ἀποφαντικό τρόπο, διακήρυσσε ὅτι, «καταγελῶ τοῦ τῶν νομοθεσιῶν τούς καιρούς μή διακρίνοντος». Θά μποροῦσα νά προσθέσω ἐδῶ ὅτι, «καταγελῶ καί τούς μή διακρίνοντας τό ποιμαντικόν συμφέρον τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πληρώματος».

Εἴμαστε ὑποχρεωμένοι πλέον, ἅγιοι Ἀδελφοί, νά λαμβάνουμε ὑπόψη τά νέα δεδομένα καί κυρίως νά ἀντιλαμβανόμαστε, ποιά ἀπόφαση εἶναι ποιμαντικά πρόσφορη. Δέν μπορεῖ καμιά Ἐκκλησία νά ἐπιβληθεῖ σέ ἄλλη, ἀγνοώντας τίς ἰδιαιτερότητες τῶν σέ κάθε τόπο ποιμαντικῶν ἀναγκῶν.

Ἡ κάθε μία Ἐκκλησία, σέ ἐπιμέρους θέματα, θά πρέπει νά ἔχει τήν ἐλευθερία νά ἐνεργεῖ αὐτόνομα κατά τέτοιο τρόπο πού νά προάγεται πνευματικά τό ποίμνιό της. Ἄν δεσμεύσει μία Ἐκκλησία τήν ἄλλη, μέ βάση τίς ἰδιαιτερότητες πού συντρέχουν σέ αὐτήν, θά προκληθοῦν μεγαλύτερα προβλήματα.
2. Ὡς πρός τούς βαθμούς τῶν διαφόρων μορφῶν συγγενείας, τούς καθοριζόμενους ἀπό τούς ἱερούς κανόνες, σέ ἁρμονία καί πρός τούς νόμους τῶν αὐτοκρατόρων, στή διαχρονική πράξη τῆς Ἐκκλησίας παρατηρεῖται τό φαινόμενο τῆς διεύρυνσης αὐτῶν, ἰδίως ἀπό τῆς Εἰκονομαχίας καί ἐντεῦθεν, καί ἐν τέλει στίς μέρες μας τῆς παλινδρομίας.

Ἡ ἔκταση τῶν βαθμῶν συγγένειας συνήθως προέκυπτε, ὕστερα ἀπό ἀποφάσεις ἐλασσόνων, σέ σχέση πρός τίς Οἰκουμενικές, συνοδικῶν ὀργάνων, εἴτε ἀκόμα καί ἀπό ἐπίσημα ἔγγραφα Πατριαρχῶν, χωρίς ὅμως νά τίθεται θέμα ἀθετήσεως τῶν κανονικῶν ἀποφάσεων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Ἡ πρός τό αὐστηρότερο ροπή δέν δημιουργοῦσε ποτέ θέμα ἀντικανο-νικότητος, ἐνῶ ἡ πρός τό ἐπιεικέστερο ροπή πάντοτε δημιουργοῦσε θέμα. Ὅμως, ὅσο οἱ βαθμοί διευρύνονταν, τόσο περιοριζόταν ἡ δυνατότητα συνάψεως ἀκωλύτου γάμου, ἰδίως στίς κλειστές τοπικές κοινωνίες.

Ἔτσι ἡ διεύρυνση τῶν κωλυμάτων συνετέλεσε στήν ἀνάπτυξη τοῦ φαινομένου τῆς παλλακείας. Λαμβάνοντας ὑπόψη τό σχετικό κείμενο τῆς Β’ Προσυνοδικῆς Διάσκεψης (Γενεύη 1982), θά ἀναφέρω ἐνδεικτικά δύο παραδείγματα.

Στόν κανόνα 54 τῆς Πενθέκτης ὁρίζεται τό κώλυμα τοῦ τετάρτου βαθμοῦ συγγενείας ἐξ αἵματος, ἐνῶ ἀργότερα στόν τόμο τοῦ Πατριάρχη Σισινίου Β’ ὁρίζεται ὁ ἕκτος βαθμός συγγενείας ἐξ αἵματος, καί στίς ἀρχές τοῦ 11ου αἰώνα κωλύεται καί ὁ ἕβδομος, χωρίς βεβαίως νά προηγηθεῖ ὁποιαδήποτε ἀπόφαση μείζοντος συνοδικοῦ ὀργάνου γιά τήν ἀναθεώρηση τῆς κανονικῆς ἀποφάσεως τῆς Πενθέκτης.

Ἀντίστοιχη πορεία ἀκολούθησε καί ὁ κανόνας 53 τῆς ἴδιας Συνόδου, τῆς Πενθέκτης, πού ἀναφέρεται στήν πνευματική συγγένεια.

Ἡ Πενθέκτη ἀπαγόρευσε τόν γάμο μεταξύ τοῦ ἀναδόχου καί τῆς ἀναδεκτῆς ἤ τῆς μητέρας τῆς ἀναδεκτῆς.

Ὅμως ἡ εἰσαγωγική πρόταση τοῦ κανόνα ὅτι: «μείζων ἡ κατά τό πνεῦμα οἰκειότης τῆς τῶν σωμάτων συναφείας», ἔγινε ἡ αἰτία νά ἐπεκταθεῖ τό κώλυμα τῆς πνευματικῆς συγγένειας, ὑπερβαίνοντας τόν ἀντίστοιχο κωλυόμενο βαθμό τῆς συγγενείας ἐξ αἵματος.

Ἔφθασε, δηλαδή, τό κώλυμα τῆς πνευματικῆς συγγένειας μέχρι καί τοῦ ἑβδόμου καί κάποιες φορές τοῦ ὀγδόου βαθμοῦ. Αὐτό τό φαινόμενο τῆς διεύρυνσης καί τῆς περιστολῆς τῶν βαθμῶν συγγενείας ἐπιμαρτυρεῖ, ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ἦταν ἐγκλωβισμένη στούς κανόνες, ἦταν κυρίαρχη νά ἀποφαίνεται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καί τῶν ποιμαντικῶν ἀναγκῶν, ἀσφαλῶς ἐντός τῶν ὁρίων τῆς κανονικῆς διδασκαλίας.

Αὐτή ἡ ἐλαστικότητα εἶναι χρήσιμο νά λαμβάνεται ὑπόψη, ἰδιαίτερα στίς μέρες μας, κατά τίς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία ἔχει νά ἀντιμετωπίσει διαφορετικά νομικά καί πολιτισμικά περιβάλλοντα.

Π.χ. στίς χῶρες τῆς ἱεραποστολῆς εἶναι γνωστό ὅτι ἔχουμε περιπτώσεις πιστῶν πού πρίν γίνουν χριστιανοί ἦταν πολύγαμοι. Πῶς αὐτοί θά πρέπει νά ἀντιμετωπίζονται; Θά πρέπει νά διαζευχθοῦν κάποια ἤ κάποιες ἀπό τίς συζύγους τους; Στή Β’ Προσυνοδική Διάσκεψη, ὁ Μητροπολίτης Ὄρους τοῦ Λιβάνου ἔθεσε, ἐξ ὅσων γνωρίζω, τό θέμα, ὅτι στό Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας ἐπιτρέπεται ἡ ἱερολόγηση γάμου καί τέταρτου βαθμοῦ συγγενείας ἐξ αἵματος, ἐπειδή ἀκριβῶς στό ἐκεῖ πολιτισμικό περιβάλλον ὁ συγκεκριμένος γάμος εἶναι ἀποδεκτός.

Τό ἴδιο νομίζω συμβαίνει καί στά Πατριαρχεῖα Ἀλεξανδρείας καί Ἱεροσολύμων. Ἀντίστοιχες ἰδιαιτερότητες μαρτυροῦνται καί γιά ἄλλα θέματα.

Εἶναι χαρακτηριστική ἡ περίπτωση τῆς διαφορᾶς πνεύματος ἀνάμεσα στίς Ἐκκλησίες, στίς ὁποῖες ὑπῆρχε ὁ τύπος τοῦ ὑποχρεωτικοῦ πολιτικοῦ γάμου καί σέ ἐκεῖνες πού μέχρι πρόσφατα ὑπῆρχε ὁ τύπος τοῦ ὑποχρεωτικοῦ θρησκευτικοῦ γάμου.

Οἱ πρῶτες πολύ πιό εὔκολα δέχονται, ὅτι οἱ μικτοί γάμοι πρέπει νά συνάπτονται ἐνώπιον τῶν ἁρμόδιων πολιτικῶν ὀργάνων, ἐνῶ οἱ δεύτερες θεωροῦν τή θέση αὐτή ἀδιανόητη καί ὑποστηρίζουν τή σύναψη γάμου μέ ἱερολογία. Παράλληλα, δέν εἶναι ἀκόμα σαφές στίς τοπικές Ἐκκλησίες, ἄν πρέπει νά προσμετροῦνται οἱ πολιτικοί γάμοι. Σέ ὅσες Ἐκκλησίες προσμετρᾶται, ἐνίοτε παρουσιάζονται ποιμαντικά προβλήματα.

Πρόσωπο π.χ. τό ὁποῖο ἔζησε ἐκκοσμικευμένα καί σύναψε τρεῖς πολιτικούς γάμους, ὅταν στή συνέχεια μετανοήσει καί θέλει νά ζήσει μέ συνέπεια τήν ἐκκλησιαστική ζωή, δέν μπορεῖ νά συνάψει ἐκκλησιαστικό γάμο, γιατί θεωρεῖται τέταρτος.

Τά παραπάνω παραδείγματα θέτουν ἐπιτακτικά τήν ἀνάγκη νά δοθεῖ περισσότερη ἐλευθερία στίς τοπικές Ἐκκλησίες νά διαρρυθμίζουν, κατά τήν ποιμαντική δεοντολογία καί κατά περίπτωση, αὐτά τά θέματα. Αὐτές ἐξάλλου γνωρίζουν καλύτερα τό περιβάλλον τους.
3. Ἡ ζῶσα Ἐκκλησία εἶναι αὐτή πού ἔχει τήν ἀποφασιστικότητα νά ἀντιμετωπίζει καί τίς δύσκολες περιπτώσεις. Εἶναι αὐτή πού τολμᾶ νά θέσει «τόν δάκτυλον ἐπί τόν τύπον τῶν ἥλων». Εἶναι αὐτή πού ξέρει νά ἀγγίζει καί νά ἐπιλύει τελεσφόρα τά προβλήματα.

Ἡ ἀπόθεση τῶν προβλημάτων αὐτῶν στό περιθώριο, γιά μελλοντική λύση, δέν εἶναι πάντοτε ἡ ἐνδεδειγμένη ποιμαντική ἐπιλογή. Δέν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ ἀποφασιστικότητα θά πρέπει νά συμπλέκεται μέ τή διάκριση. Ὅμως ἡ διάκριση δέν πρέπει νά εὐνουχίζει τήν Ἐκκλησία.

Ἀντίθετα, ἡ διάκριση εἶναι αὐτή, πού ἐπιτάσσει νά εἴμαστε ὑπεύθυνοι ἀπέναντι στό ποίμνιό μας.

Ἐξάλλου, κατά τήν ἀστασίαστη πατερική καί κανονική διδασκαλία, ὁ Ἐπίσκοπος καί ἐν τέλει ἡ Σύνοδος εἶναι τά ὄργανα, πού ἀντιμετωπίζουν τά μείζονα ἐκκλησιαστικά ἀδικήματα καί τά μείζονα, ἀσφαλῶς, κανονικά προβλήματα.

Διατυπώνοντας τά παραπάνω, θά ἤθελα νά ἐπαναφέρω τό θέμα τοῦ γάμου τῶν ἐν χηρείᾳ κληρικῶν καί κυρίως τῶν νέων στήν ἡλικία κληρικῶν, καί νά καταθέσω τό πρόβλημα, προκειμένου νά περιληφθεῖ στά πρακτικά τῆς παρούσης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, γιά μελλοντική ἴσως διαβούλευση σέ Πανορθόδοξο ἐπίπεδο, ἤ ἀκόμα καί γιά ἀντιμετώπιση ἐντός τῶν ὁρίων τῶν τοπικῶν Συνόδων.

Εἶναι γνωστό ὅτι τό ζήτημα ἐτέθη στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα μέ ἐπιστολή τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Καρλοβικίου (Σερβία) πρός τόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη Ἰωακείμ Γ’, καί ἐπαναλήφθηκε μέ νεώτερη πού ἔστειλε τό 1920, ὁ τότε Μητροπολίτης Βελιγραδίου Δημήτριος πρός τόν Προύσης Δωρόθεο.

Ἐπίσης τό θέμα ἐπανῆλθε στό Πανορθόδοξο Συνέδριο Κωνσταντινουπόλεως τό 1923, καί στίς μεταγενέστερες προσυνοδικές διαβουλεύσεις, καί ἐν τέλει ἀποκλείστηκε ἡ δυνατότητα συνάψεως δευτέρου γάμου γιά τούς ἐν χηρείᾳ κληρικούς ἀπό τή Β’ Προσυνοδική Διάσκεψη.

Πρέπει ἐδῶ νά ὑπογραμμίσω μέ ἔμφαση, ὅτι ἡ ἐν χηρείᾳ κληρικοί δέν ὑποσχέθηκαν ἀγαμία. Ἡ Πενθέκτη (κανόνας 6ος) ἀπαγόρευσε τή σύναψη γάμου μετά τή χειροτονία, στήν πραγματικότητα καταργώντας τή δυνατότητα τήν ὁποία παρεῖχε ὁ 10ος κανόνας τῆς Ἀγκύρας στούς διακόνους νά συνάπτουν γάμο καί μετά τή χειροτονία, ἐφόσον προηγουμένως εἶχαν ἐκφράσει μιά τέτοια πρόθεση. Παρά τήν ἀπαγόρευση ἀπό τήν Πενθέκτη συνάψεως γάμου μετά τή χειροτονία εἶναι μαρτυρημένο, ὅτι ἐνίοτε στήν πράξη συνέβαινε τό ἀντίθετο.

Εἶναι χαρακτηριστικά ὅσα ἀναφέρονται δύο αἰῶνες μετά τήν ἀπόφαση τῆς Πενθέκτης στήν 3η Νεαρά τοῦ Αὐτοκράτορα Λέοντα τοῦ Σοφοῦ: «…πρός τό παρόν ἐπεκράτησε ἡ συνήθεια νά ἐπιτρέπεται ἡ χειροτονία πρίν ἀπό τόν γάμο ὅσων ἔχουν τήν πρόθεση νά νυμφευθοῦν, κατόπιν δέ, ἐφόσον αὐτοί ἐξακολουθοῦν νά θέλουν τόν γάμο, νά μποροῦν μέσα σέ προθεσμία δύο ἐτῶν νά πραγματοποιήσουν τήν ἐπιθυμία τους».

Ἡ δυνατότητα αὐτή ἴσχυε τόσο γιά τούς διακόνους ὅσο καί γιά τούς πρεσβυτέρους.

Ἐν προκειμένῳ θά μποροῦσε ἡ Ἐκκλησία νά ἐπαναφέρει σέ ἰσχύν τόν 10ο κανόνα τῆς Ἀγκύρας, καταλλήλως προσαρμοζόμενο, ἐπικαλούμενη Mutatis Mutandis καί γιά τή συγκεκριμένη περίπτωση τόν δυναμικό λόγο τοῦ ἁγίου Παφνουτίου, ὁ ὁποῖος στήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἀντιδρώντας σέ ὅσους ὑποστήριζαν τήν ὑποχρεωτική ἀγαμία τοῦ κλήρου, διακήρυσσε: «… μή ζυγόν βαρύν ἐπιθεῖναι τοῖς ἱερωμένοις ἀνδράσι, τίμιον εἶναι καί τήν κοίτην καί αὐτόν τόν γάμον ἀμίαντον, λέγων, καί μή τῇ ὑπερβολῇ τῆς ἀκριβείας μᾶλλον τήν Ἐκκλησίαν παραβλάψωσι˙ οὐ γάρ πάντες δύνασθαι φέρειν τῆς ἀπαθείας τήν ἄσκησιν». Κατά τό λόγιον τοῦ Κυρίου: «οὐ πάντες χωροῦσι τόν λόγον τοῦτον (τῆς παρθενίας), ἀλλ’ οἷς δέδοται… ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω» (Ματθ. ιθ’ 11-12).

Ἐπανέρχομαι στήν πρότασή μου, τήν ὁποία τελικά διατυπώνω, ὡς ἑξῆς: Θά πρέπει ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος νά ἐκχωρήσει ἁρμοδιότητα στίς κατά τόπους Ἐκκλησίες νά ἀποφασίζουν καί γιά ζητήματα κωλυμάτων γάμου, ἐντός βεβαίως τοῦ πνεύματος τοῦ κανονικοῦ νομοθέτη, αἵροντας τό γράμμα καί ἀξιολογώντας κατά περίπτωση τά θέματα, πολλῷ μᾶλλον καθόσον τό κείμενο πού ἔχουμε ὡς βάση ἐργασίας δέν φαίνεται νά εἶναι ὥριμο, τοὐλάχιστον ὡς πρός κάποιες πτυχές.

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΑΥΤΟΥ – Εισηγήση του Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρου στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των Ορθοδόξων Εκκλησιών

 

_DSC1670-large

 

Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ
ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ
ΚΑΤΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΥΠΩΝ ΚΑΙ ΟΡΩΝ
ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ
ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΟΡΟΛΟΓΙΑ,
ΟΠΩΣ Ο ΟΡΟΣ «ΕΚΚΛΗΣΙΑ»
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ

Μητροπολίτη Κύκκου καί Τηλλυρίας
Νικηφόρου

Παναγιώτατε,
Μακαριώτατοι,
Σεβασμιώτατοι καί
Θεοφιλέστατοι,

Ἐπειδή, ἐξ ἀφορμῆς τῆς συγκλήσεως τῆς παρούσης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας, μεταξύ ἄλλων, διετυπώθη καί ὁ ἐκκλησιολογικός ὅρος, «ἄλλαι Χριστιανικαί Ἐκκλησίαι καί ὁμολογίαι», γεγονός πού προκάλεσε γραπτές ἤ καί προφορικές ἀντιδράσεις καί ἀντιρρήσεις, τόσο ἐντός ὅσο καί ἐκτός τῆς παρούσης Συνόδου, καί τοῦτο μολονότι τό κείμενο τῆς Γ’ Προσυνοδικῆς Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1986) τονίζει τήν ὀντολογική ἀναγνώριση ἐκ μέρους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅλων τῶν Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν (Ρωμαιο-καθολική, Ἀγγλικανική, Λουθηρανική, Μεταρρυθμισμένες, ἀρχαῖες Ἀνατολικές), γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο, ἀπό ἀδελφική ἀγάπη κινούμενοι, ἀλλά καί μέ πλήρη συνείδηση τῆς ἀρχιερατικῆς μας συνειδήσεως, ταπεινά τονίζουμε τά ἑξῆς:

1. Ἄν, ἅγιοι Ἀδελφοί καί Συλλειτουργοί, κριθοῦν τά πράγματα μέσα στά πλαίσια τῆς ἐκκλησιολογικῆς ἀκριβείας, τότε δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς Μιᾶς Ἐκκλησίας ἔρχεται σέ ἀντίφαση καί ἀντίθεση μέ τήν πραγματικότητα τῶν πολλῶν Ἐκκλησιῶν.

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἔχει τή συνείδηση, ὅτι ἀποτελεῖ τήν αὐθεντική συνέχεια τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καί ὅτι παραμένει πιστή στό πνεῦμα τῆς πατερικῆς παραδόσεως.

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία, γιατί ἕνα ἀδιαίρετο καί ἀδιάσπαστο εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ (Ἐφ. α’ 22-23), (Κολ. α’ 18-24). Ἑπομένως, ὁποιαδήποτε ἀναφορά, «ἐν ἀκριβεῖ ἐκκλησιολογικῇ ἐννοίᾳ», γιά ὕπαρξη καί ἄλλων «Ἐκκλησιῶν» πλήν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀντι-στρατεύεται τήν παραδεδομένη ἐκκλησιαστική πίστη περί τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.

2. Γι’ αὐτόν ἀκριβῶς τόν λόγο πιστεύουμε ἀκράδαντα, πώς, οἱ κατά καιρούς συνδιασκεψάμενοι Προκαθήμενοι τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖοι καί ὑπέγραψαν καί ἐξαπέστειλαν τίς σχετικές εἰδήσεις, πού ἀφοροῦν τή συνερχόμενη ἤδη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἔχουν ἀκεραία τή συνείδηση, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία «ἀρχήν λαβοῦσα… διά τοῦ Κυρίου, ὑπό τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη» (Ἑβρ. β’ 3).

Βεβαιότερη ἀκόμα ἔχουμε τήν πεποίθηση, ὅτι οἱ ὡς ἄνω θεῖοι Ποιμένες, ὡς οἱ ὑπό τοῦ Θεοῦ ἐμπεπιστευμένοι θεματοφύλακες τῆς ἐκκλησια-στικῆς αὐτῆς παρακαταθήκης, «τῆς ἀχράντως πεφυλαγμένης», κατά τήν ὡραία διατύπωση τοῦ ἁγίου Ἐπιφανίου Ἐπισκόπου Κύπρου (Ἀγκυρωτός 82, PG43, 172A), ἀνέκαθεν ὑπό τῶν προκατόχων τους «ἐν μωσαϊκῇ συνειδήσει» περικρατοῦν αὐτήν «ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσι» (Β’ Κορ. δ’ 17) καί τή διαφυλάττουν ἀλώβητη «ὡς λόγον ἀποδώσοντες» (Ἑβρ. ιγ’ 17). Ὅθεν καί φρονοῦμε, ὅτι μᾶλλον πικρία καί βάρος ἐπί βάρους προστίθεται ἐπί τῶν ὤμων τῶν Προκαθημένων, ὅταν ἀπό μερικούς ἀφήνεται νά νοηθεῖ, ὅτι αὐτοί, ἔστω καί ἀκουσίως, ἐπιδεικνύουν τάσεις «μειοδοσίας», στά θέματα τῆς πίστεως τῆς Ἐκκλησίας ἤ καί ἀποπειρῶνται νά ἀρδεύσουν τόν λαό τοῦ Θεοῦ μέ «ἀνατροπήν θολεράν», κατά τήν ἔκφραση τοῦ Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως (Ἐπιστολή Κωνστα-ντίνῳ καί Εἰρήνῃ, PG98, 1429 BC).

3. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅπως προελέχθη, εἶναι Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, καί οἱ Ποιμένες της οὔτε εἰς μίαν ἐκ τῶν πολλῶν ἑτεροδόξων Ἐκκλησιῶν ὑποβιβάζουν, ἀλλά οὔτε καί στή θεωρία τῶν κλάδων τήν ἐντάσσουν.

Πέραν ὅμως τούτου, δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ποτέ, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἐκτός ἀπό τήν ὁδό τῆς ἀκριβείας, γνωρίζει καί τήν ὁδό τῆς οἰκονομίας, πού ἀποτελεῖ ἕνα δικό της πανάρχαιο προνόμιο. Κατά τόν Μέγα Βασίλειο, ἡ ἀρχή τῆς οἰκονομίας δέν ἀποτελεῖ μιά προσωρινή, ἔκτακτη παραβίαση τῆς ἀρχῆς τῆς ἀκριβείας, ἀλλά σημαίνει ἀπομίμηση τῆς θείας οἰκονομίας, τῆς θεϊκῆς ἀγάπης καί τῆς θείας συγκαταβάσεως πρός τόν ἄνθρωπο. Ἔτσι καί ἡ Ἐκκλησία, ὡς Σῶμα τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ, καλεῖται νά ἐπιδεικνύει καί νά ἐφαρμόζει στό πλαίσιο τοῦ οἰκουμενικοῦ διαλόγου τήν ἀρχή τῆς οἰκονομίας μέ στόχο πάντοτε τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου, «ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθώς σύ, πάτερ ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν σοί» (Ἰω. ιζ’ 21).

Παράδειγμα πρακτικῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς τῆς οἰκονομίας εἶναι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος ὁμολογεῖ καί βεβαιώνει: «Ἐλεύθερος γάρ ὤν ἐκ πάντων πᾶσιν ἐμαυτόν ἐδούλωσα, ἵνα τούς πλείονας κερδήσω˙ καί ἐγενόμην τοῖς Ἰουδαίοις ὡς Ἰουδαῖος ἵνα Ἰουδαίους κερδήσω˙ τοῖς ὑπό νόμον ὡς ὑπό νόμον, ἵνα τούς ὑπό νόμον κερδήσω˙ τοῖς ἀνόμοις ὡς ἄνομος, μή ὤν ἄνομος Θεῷ ἀλλ’ ἔννομος Χριστῷ, ἵνα κερδήσω ἀνόμους˙ ἐγενόμην τοῖς ἀσθενέσιν ὡς ἀσθενής, ἵνα τούς ἀσθενεῖς κερδήσω˙ τοῖς πᾶσι γέγονα τά πάντα, ἵνα πάντως τινάς σώσω» (Α’ Κορ. θ’ 19-22). Τόν Ἀπόστολο Παῦλο μιμήθησαν καί πολλοί Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, μέ χαρακτηριστικό παράδειγμα τόν Μέγα Βασίλειο. Κατηγορεῖται καί μάλιστα ἔντονα ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπό πολλούς καί ἀπό αὐτόν ἀκόμα τόν φίλο του Γρηγόριο τόν Θεολόγο, ὅτι δέν φρονεῖ ὀρθά περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀφοῦ πράγματι χρησιμοποιοῦσε ἄλλους τύπους καί ὄχι ρητά τούς ὅρους: «Θεόν» καί «ὁμοούσιον» γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τό γεγονός αὐτό ἀνάγκασε τόν φίλο του Γρηγόριο τόν Θεολόγο νά γράψει ἐπιτιμητικά πρός τόν Βασίλειο καί, μεταξύ πολλῶν ἄλλων, νά τοῦ ἐπισημάνει καί τά ἑξῆς: «…γνωρίζω ὅτι κατ’ ἰδίαν ὁμολογεῖς τό Πνεῦμα μέ τούς ὅρους «Θεόν» καί «ὁμοούσιον». Γιατί, λοιπόν, δέν τό διακηρύττεις τοῦτο καί δημόσια;». Καί ἐπιλέγει: «Μέχρι τίνος ὑπό τῷ μοδίῳ τόν λύχνον κρύψωμεν;» (Ἐπιστολή 58, Βασιλείῳ, PG37, 113A-116B). Ἡ ἐπίθεση ἐναντίον τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἀνάγκασε τόν Μέγα Ἀθανάσιο νά ὑπερασπιστεῖ τόν μεγάλο αὐτό Ποιμενάρχη τῆς Καππαδοκίας καί νά τόν ἀποκαλέσει μάλιστα «καύχημα τῆς Ὀρθοδοξίας». Γιά νά ὑποστηρίξει στή συνέχεια, ὅτι «αὐτός μέν γάρ, ὡς τεθάρρηκα, τοῖς ἀσθενοῦσιν ὡς ἀσθενής γίνεται, ἵνα τούς ἀσθενεῖς κερδήσῃ, οἱ δέ ἀγαπητοί ἡμῶν ἀποβλέποντες εἰς τόν σκοπόν τῆς ἀληθείας αὐτοῦ καί τήν οἰκονομίαν, δοξαζέτωσαν τόν Κύριον, τόν δεδωκότα τῇ Καππαδοκίᾳ τοιοῦτον Ἐπίσκοπον, οἷον ἑκάστη χώρα ἔχειν εὔχεται» (Ἐπιστολή 53, Πρός Παλλάδιον, PG26, 1168 CD).

Ἀλλά, γιατί ὁ Μέγας Βασίλειος φερόταν ἔτσι; Ὁ Μέγας Βασίλειος φερόταν ἔτσι, γιατί ἡ ἐπαρχία του, καί δή ἡ Καισάρεια, εἶχε πλῆθος τροπικῶν πνευματομάχων, οἱ ὁποῖοι, ὅλως παραδόξως, ἐνῶ δεχόντουσαν τή θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ καί τό ὁμοούσιό του μέ τόν Πατέρα, ἀπέρριπταν τήν πίστη αὐτή καί γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα, θεωρώντας τό Πνεῦμα κτίσμα τοῦ Υἱοῦ. Καί αὐτή ἡ ἐκκλησιολογική οἰκονομία καί πολιτική τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὅπως τήν ἀποκαλεῖ καί τήν ἀσπάζεται καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, ἔστω καί ἐπί προσωπικῇ ζημίᾳ τοῦ Ἐπισκόπου Καισαρείας, ἔφερε τούς ἀναμενόμενους καρπούς, ἀφοῦ πλεῖστοι ἀπό τούς τροπικούς πνευματομάχους προσχώρησαν τελικά, ἐξαιτίας τῆς ποιμαντικῆς αὐτῆς προσέγγισής τους ἀπό τόν Βασίλειο, στήν Ἐκκλησία.

Θά ἦταν ὅμως παράλειψη, ἄν ἀποφεύγαμε νά ἀναφέρουμε καί τό παράδειγμα τῆς Ἑβδόμης Οἰκουμενικῆς Συνόδου (787 μ.Χ.), πού καταδίκασε τήν εἰκονομαχία, καί ἡ ὁποία, ἀκολουθώντας τήν ὁδό τῆς οἰκονομίας, δέχτηκε πίσω στήν Ἐκκλησία, ὄχι μόνο τούς μεταμεληθέντας ἐκείνους εἰκονο-μάχους ἐπισκόπους, πού δέν ἐβαρύνοντο μέ ἐγκλήματα, ἀλλά καί τούς ὑπ’ αὐτῶν χειροτονηθέντας. Στή δεύτερη καί τρίτη πράξη τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου στό θέμα: «περί τε τῶν προσερχομένων ἐξ αἱρέσεως τῇ Ἁγίᾳ Καθολικῇ Ἐκκλησίᾳ καί τῶν ὑπό αἱρετικῶν χειροτονηθέντων», ἡ γνώμη τῆς Συνόδου, σέ συνάρτηση μέ παρόμοια ἀπόφαση, συνακόλουθη «τοῖς πατρικοῖς θεσμοῖς, δέχεσθαι τούς ἐξ αἱρέσεως ἐπιστρέφοντας», ἔκλινε πρός τήν ἀκόλουθη ἀπόφαση: «Ἔτι …καί τούς ἀπό αἱρετικῶν χειροτονηθέντας, ὀρθοδοξοῦντας, προσλαμβάνεσθαι» (MANSI, 12, 1114-1118), ἐκτός καί ἐάν οἱ ὑπό εἰσδοχή Ἐπίσκοποι «ἐπήνεγκαν …οἱασδήποτε πληγάς καί βασάνους ἀνδράσι φοβουμένοις τόν Κύριον», ὁπότε «οὐκ ἔστιν ἄξιοι ἐπισκοπῆς».

Ὅλα τά πιό πάνω συνοπτικά ἀναγραφέντα, εἶναι νομίζω ἀρκούντως ἐνδεικτικά, γιά τό ὑπό ἀναφορά προκύψαν ζήτημα καί ἔχουν, φρονοῦμε, πολλούς τούς ἀποδέκτες διαχρονικά ἀλλά καί σήμερα. Καί ἐννοοῦμε τούς κληρικούς καί λαϊκούς τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, γιατί ἀποβαίνουν καθοριστικός παράγοντας καί καθοδηγός στήν περαιτέρω πορεία καί ἐπικοινωνία μας πρός τούς, «κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος», πάλαι ποτέ ἀποκοπέντας χριστιανούς ἀδελφούς μας, κυρίως τούς τῆς Δύσης, πρός τούς ὁποίους, ὅπως ὁ Μέγας Βασίλειος καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος διδάσκουν, πρέπει, προσεγγίζοντάς τους, νά ἐφαρμόζουμε τήν ἐκκλησιολογική οἰκονομία καί πολιτική. Ἔτσι καί μεῖς δέν πρέπει νά διστάζουμε, ἀλλά μποροῦμε νά χρησιμοποιοῦμε, ὅπως καθιερώθηκαν στήν ἐκκλησιαστική καί ἐπιστημονική γλῶσσα καί ὁρολογία, καί τύπους καί ὅρους, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνο δέν μειοδοτοῦν ἀλλά μᾶλλον ὑπηρετοῦν «τούς σκοπούς τῆς ἀληθείας». Ἄλλωστε, κατά τόν Μέγα Ἀθανάσιο, «οὐ γάρ αἱ λέξεις τήν φύσιν παραιροῦνται˙ ἀλλά μᾶλλον ἡ φύσις τάς λέξεις εἰς ἑαυτήν ἕλκουσα μεταβάλλει» (Κατά Ἀρειανῶν, Λόγος Β’ 5, PG26, 152C). Ἑρμηνευόμενο: «διότι οἱ λέξεις δέν παρασύρουν τή φύση, ἀλλά μᾶλλον ἡ φύση ἕλκει τίς λέξεις πρός ἑαυτήν καί τίς μεταβάλλει».

Ἄλλωστε καί ἅγιοι Ἐπίσκοποι τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δέν διστάζουν νά χρησιμοποιοῦν τόν ὅρο «Ἐκκλησία» καί γιά τούς ἑτεροδόξους χριστιανούς, ὅπως ὁ ἅγιος Νεκτάριος καί ὁ ἅγιος Βασίλειος. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος στόν Ε’ Λόγο του «Περί Θείας Εὐχαριστίας» λέγει χαρακτηριστικά: «Ἡ δυτική Ἐκκλησία πρεσβεύει τήν δι’ ἀζύμου ἄρτου ἐκτέλεσιν τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου» (Ἅπαντα, τόμ. Α’ σ.40). Εἰς δέ τόν Λόγο του «Περί ἱερωσύνης» χρησιμοποιεῖ ἐπίσης τή φράση «…ὑψηλή καλουμένη Ἀγγλική Ἐκκλησία» (Ἅπαντα, τόμ. Β’, σ.51).
Ἀλλά καί ὁ Ἅγιος Βασίλειος δέν διστάζει νά χρησιμοποιήσει τόν ὅρο «Ἐκκλησία» καί γιά αὐτούς ἀκόμα τούς Ἀρειανόφρονες, λέγοντας: «…οἶμαι προσήκειν μίαν ταύτην εἶναι σπουδήν τοῖς γνησίως καί ἀληθινῶς δουλεύουσι τῷ Κυρίῳ, τό ἐπαναγαγεῖν πρός ἕνωσιν τάς Ἐκκλησίας, τάς πολυμερῶς καί πολυτρόπως ἀπ’ ἀλλήλων διατμηθείσας» (Ἐπιστολή 114, Τοῖς ἐν Ταρσῷ, Περί Κυριακοῦ, PG32, 528B). Εἶναι, τέλος, σημαντικό νά ὑπενθυμίσουμε, ὅτι μεγάλα θεολογικά ἀναστήματα, ὅπως οἱ Παναγιώτης Τρεμπέλας, Ἰωάννης Καρμίρης, Νικόλαος Ματσούκας καί ἄλλοι, χρησιμοποιοῦν στά συγγράμματά τους τόν ὅρο «Ἐκκλησία» καί γιά τους ἑτεροδόξους χριστιανούς.

Παναγιώτατε Πρόεδρε, Μακαριώτατοι Προκαθήμενοι, Ἅγιοι ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί καί Συλλειτουργοί,
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία προσεύχεται ἀδιαλείπτως «ὑπέρ εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν καί τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως».

Ταυτόχρονα ἐπιχειρεῖ τήν προσέγγιση καί συζήτηση μέ τούς ἑτεροδόξους χριστιανούς, στά πλαίσια τῶν ποικίλων διμερῶν καί πολυμερῶν διαλόγων, γιατί αὐτό εἶναι τό ἐπιτακτικό της καθῆκον, κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ: «ἵνα πάντες ἕν ὧσιν» (Ἰω. ιζ’ 21).

Ἡ ἀρχή τῆς οἰκονομίας ἀποτελεῖ ἀναμφισβήτητα θεμελιώδη συμπεριφορά, γιά τήν ἐπικοινωνία μας μέ τούς ἑτεροδόξους, γιατί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τό κατ’ ἐξοχή μυστήριο τῆς ἀγάπης, τῆς εἰρήνευσης καί τῆς καταλλαγῆς μεταξύ τῶν ἀνθρώπων καί ὄχι αἰτία διαίρεσης καί ἀντιπαλότητας.

Ἡ ὀρθόδοξη πίστη ποτέ δέν παρουσιάστηκε «νά κρατεῖ μάχαιρα καί νά πειθαναγκάζει μέ αὐτήν τούς πάντες».

Οἱ μεσαιωνικοί φανατισμοί καί μισαλλοδοξίες, τά μίση, οἱ ἀπειλές καί οἱ ἀφορισμοί μέ τήν ἐπίκληση τοῦ σταυροῦ, ἐπί προφάσει τηρήσεως ἤ δῆθεν προασπίσεως τῆς γνησίας Ὀρθοδοξίας, δέν εἶναι σύμφωνα πρός τό πνεῦμα καί τήν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας, γιατί, ὅπως πολύ σωστά λέχθηκε, «ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι κατ’ οὐσίαν ἡ ἐντός μας ἀπελευθέρωση τῆς ἐνέργειας τῆς ἀγάπης». Καί κατά τόν Jaques Maritain, σήμερα «γιά τούς χριστιανούς προέχει ἡ ἀγάπη τῆς εὐφυΐας» καί ὄχι -συμπληρώνω- τό θρησκευτικό μῖσος τοῦ σκότους καί τῆς μωρίας.
Ἐν κατακλεῖδι, θά ἤθελα νά τονίσω καί πάλι, ὅτι ἡ ἀρχή τῆς οἰκονομίας, ἡ ὁποία σέ τελευταία ἀνάλυση ἐνδιαφέρεται γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι γιά τήν ξηρή καί ὑπεράγαν αὐστηρή τήρηση τοῦ κανόνα, πρέπει νά ἐφαρμόζεται πάντοτε καί στά πλαίσια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Διαλόγου.

Εἶναι γι’ αὐτόν, ἀκριβῶς, τόν λόγο, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο, καί ἡ Ὀρθόδοξη Αὐτοκέφαλη καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τῆς Κύπρου, ζώντας μέσα στό πνεῦμα τοῦ νέου νόμου, δηλαδή, τῆς εὐαγγελικῆς ἀγάπης καί συγκατάβασης πρός τόν ἄνθρωπο, εἰσηγεῖται, μεταξύ ἄλλων, ἀντί τῆς φράσεως «…ἄλλων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν» τόν δοκιμώτερο ὅρο: «…ἄλλων Ἑτεροδόξων Χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν».

 

Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΥΠΩΝ ΚΑΙ ΟΡΩΝ ΚΑΘΙΕΡΩΘΕΝΤΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΟΡΟΛΟΓΙΑ, ΟΠΩΣ Ο ΟΡΟΣ «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΤΕΡΟΔΟΞΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ – Εισηγήση του Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρου στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο των Ορθοδόξων Εκκλησιών