Θεία Λειτουργία, Κυριακή της Σαμαρείτιδος, Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης

Θεία Λειτουργία, Ιερός Ναός Αγίου Προκοπίου, Μετόχιον Κύκκου

Ευαγγέλιον
Ιωαν. δ’ 5-42
Κυριακη Της ΣαμαρειτιδοςΤῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας, λεγομένην Σιχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου, ὅ ἔδωκεν Ἰακώβ Ἰωσήφ τῷ υἱῷ αὑτοῦ. Ἦν δέ ἐκεῖ πηγή τοῦ Ἰακώβ˙ ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακώς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας, ἐκαθέζετο οὕτως ἐπί τῇ πηγῇ˙ ὥρα ἦν ὡσεί ἕκτη. Ἔρχεται Γυνή ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ˙ λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς˙ Δός μοι πιεῖν. Οἱ γάρ Μαθηταί αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τήν πόλιν, ἵνα τροφάς ἀγοράσωσι. Λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνή ἡ Σαμαρεῖτις˙ Πῶς σύ Ἰουδαῖος ὤν, παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικός Σαμαρείτιδος; οὐ γάρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς, καί εἶπεν αὐτῇ˙ Εἰ ᾔδεις τήν δωρεάν τοῦ Θεοῦ, καί τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι˙ Δός μοι πιεῖν˙ σύ ἄν ᾔτησας αὐτόν, καί ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν. Λέγει αὐτῷ ἡ Γυνή˙ Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καί τό φρέαρ ἐστί βαθύ˙ πόθεν οὖν ἔχεις τό ὕδωρ τό ζῶν; Μή σύ μείζων εἶ τοῦ πατρός ἡμῶν Ἰακώβ, ὅς ἔδωκεν ἡμῖν τό φρέαρ, καί αὐτός ἐξ αὐτοῦ ἔπιε, καί οἱ υἱοί αὐτοῦ, καί τά θρέμματα αὐτοῦ; Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς, καί εἶπεν αὐτῇ˙ Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου, διψήσει πάλιν˙ ὅς δ’ ἄν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος, οὗ ἐγώ δώσω αὐτῷ, οὐ μή διψήσῃ εἰς τόν αἰῶνα˙ ἀλλά τό ὕδωρ ὅ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγή ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωήν αἰώνιον. Λέγει πρός αὐτόν ἡ Γυνή˙ Κύριε, δός μοι τοῦτο τό ὕδωρ, ἵνα μή διψῶ, μηδέ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς˙ Ὕπαγε, φώνησον τόν ἄνδρα σου, καί ἐλθέ ἐνθάδε. Ἀπεκρίθη ἡ Γυνή, καί εἶπεν˙ Οὐκ ἔχω ἄνδρα. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς˙ Καλῶς εἶπας˙ Ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω. Πέντε γάρ ἄνδρας ἔσχες˙ καί νῦν ὅν ἔχεις, οὐκ ἔστι σου ἀνήρ˙ τοῦτο ἀληθές εἴρηκας. Λέγει αὐτῷ ἡ Γυνή˙ Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. Οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν˙ καί ὑμεῖς λέγετε, ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστίν ὁ τόπος, ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς˙ Γύναι, πίστευόν μοι, ὅτι ἔρχεται ὥρα, ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ, οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ Πατρί. Ὑμεῖς προσκυνεῖτε, ὅ οὐκ οἴδατε˙ ἡμεῖς προσκυνοῦμεν, ὅ οἴδαμεν˙ ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. Ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καί νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί προσκυνήσουσι τῷ Πατρί ἐν πνεύματι, καί ἀληθείᾳ˙ καί γάρ ὁ Πατήρ τοιούτους ζητεῖ τούς προσκυνοῦντας αὐτόν. Πνεῦμα ὁ Θεός˙ καί τούς προσκυνοῦντας αὐτόν, ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν. Λέγει αὐτῷ ἡ Γυνή˙ Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται, ὁ λεγόμενος Χριστός˙ ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν ἅπαντα. Λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς˙ Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι. Καί ἐπί τούτῳ ἦλθον οἱ Μαθηταί αὐτοῦ, καί ἐθαύμασαν, ὅτι μετά γυναικός ἐλάλει˙ οὐδείς μέντοι εἶπε˙ Τί ζητεῖς; ἤ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς; Ἀφῆκεν οὖν τήν ὑδρίαν αὑτῆς ἡ Γυνή, καί ἀπῆλθεν εἰς τήν πόλιν, καί λέγει τοῖς ἀνθρώποις˙ Δεῦτε, ἴδετε ἄνθρωπον, ὅς εἶπέ μοι πάντα, ὅσα ἐποίησα˙ μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός˙ Ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως, καί ἤρχοντο πρός αὐτόν. Ἐν δέ τῷ μεταξύ, ἠρώτων αὐτόν οἱ Μαθηταί αὐτοῦ, λέγοντες˙ Ραββί, φάγε. Ὁ δέ εἶπεν αὐτοῖς˙ Ἐγώ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἥν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. Ἔλεγον οὖν οἱ Μαθηταί πρός ἀλλήλους˙ Μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν; Λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς˙ Ἐμόν βρῶμά ἐστιν, ἵνα ποιῶ τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με, καί τελειώσω αὐτοῦ τό ἔργον. Οὐχ ὑμεῖς λέγετε, ὅτι ἔτι τετράμηνόν ἐστι, καί ὁ θερισμός ἔρχεται; Ἰδού, λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τούς ὀφθαλμούς ὑμῶν, καί θεάσασθε τάς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρός θερισμόν ἤδη. Καί ὁ θερίζων, μισθόν λαμβάνει, καί συνάγει καρπόν εἰς ζωήν αἰώνιον˙ ἵνα καί ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ, καί ὁ θερίζων. Ἐν γάρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστίν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστίν ὁ σπείρων, καί ἄλλος ὁ θερίζων. Ἐγώ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν, ὅ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε˙ ἄλλοι κεκοπιάκασι, καί ὑμεῖς εἰς τόν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε. Ἐκ δέ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοί τῶν Σαμαρειτῶν ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν, διά τόν λόγον τῆς Γυναικός, μαρτυρούσης˙ Ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα. Ὡς οὖν ἦλθον πρός αὐτόν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτόν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς˙ καί ἔμεινεν ἐκεῖ δύω ἡμέρας. Καί πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διά τόν λόγον αὐτοῦ. Τῇ τε Γυναικί ἔλεγον. Ὅτι οὐκέτι διά τήν σήν λαλιάν πιστεύομεν˙ αὐτοί γάρ ἀκηκόαμεν, καί οἴδαμεν, ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός.
Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Άγιος Νικηφόρος ο Ομολογητής,
Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Μετάφραση

Τον καιρό εκείνο ο Ιησούς έφτασε σε μια πόλη της Σαμάρειας που λεγόταν Σιχάρ, κοντά στο χωράφι που είχε δώσει ο Ιακώβ στο γιο του τον Ιωσήφ Εκεί βρισκόταν το πηγάδι του Ιακώβ. Ο Ιησούς κουρασμένος από την πεζοπορία, κάθισε κοντά στο πηγάδι˙ ήταν γύρω στο μεσημέρι. Οι μαθητές του είχαν πάει στην πόλη ν’ αγοράσουν τρόφιμα. Έρχεται τότε μια γυναίκα από τη Σαμάρεια να βγάλει νερό. Ο Ιησούς της λέει: «Δώσ’ μου να πιω». Η γυναίκα του απάντησε: «Εσύ είσαι Ιουδαίος κι εγώ Σαμαρείτισσα. Πώς μπορείς να ζητάς να σου δώσω νερό να πιεις;» -επειδή οι Ιουδαίοι αποφεύγουν κάθε επικοινωνία με τους Σαμαρείτες. Ο Ιησούς της απάντησε: «Αν ήξερες ποιος είναι αυτός που σου λέει «δώσ’ μου να πιω», τότε εσύ θα του ζητούσες τη δωρεά του Θεού, κι εκείνος θα σου έδινε ζωντανό νερό». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, εσύ δεν έχεις ούτε καν κουβά, και το πηγάδι είναι βαθύ˙ από πού, λοιπόν, το’χεις το τρεχούμενο νερό; Αυτό το πηγάδι μας το χάρισε ο προπάτοράς μας ο Ιακώβ˙ ήπιε απ’ αυτό ο ίδιος και οι γιοι του και τα ζωντανά του. Μήπως εσύ είσαι ανώτερος απ’ αυτόν;» Ο Ιησούς της απάντησε: «Όποιος πίνει απ’ αυτό το νερό θα διψάσει πάλι˙ όποιος όμως πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ δε θα διψάσει ποτέ, αλλά το νερό που θα του δώσω θα γίνει μέσα του μια πηγή που θ’ αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, δώσ’ μου αυτό το νερό για να μη διψάω, κι ούτε να έρχομαι ως εδώ για να το παίρνω». Τότε ο Ιησούς της είπε: «Πήγαινε να φωνάξεις τον άντρα σου κι έλα εδώ». «Δεν έχω άντρα», απάντησε η γυναίκα. Ο Ιησούς της λέει: «Σωστά είπες, ′δεν έχω άντρα‵˙ γιατί πέντε φορές παντρεύτηκες, κι αυτός που μαζί του τώρα ζεις δεν είναι άντρας σου˙ πάνω σ’ αυτό είπες την αλήθεια». Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, βλέπω ότι εσύ είσαι προφήτης˙οι προπάτορές μας λάτρεψαν τον Θεό σ’αυτό το βουνό˙ εσείς όμως λέτε ότι στα Ιεροσόλυμα βρίσκεται ο τόπος όπου πρέπει κανείς να τον λατρεύει». «Πίστεψέ με, γυναίκα», της λέει τότε ο Ιησούς, «είναι κοντά ο καιρός που δε θα λατρεύετε τον Πατέρα ούτε σ’ αυτό το βουνό ούτε στα Ιεροσόλυμα. Εσείς οι Σαμαρείτες λατρεύετε αυτό που δεν το ξέρετε˙ εμείς όμως λατρεύουμε αυτό που το ξέρουμε, γιατί η σωτηρία έρχεται στον κόσμο από τους Ιουδαίους. Είναι όμως κοντά ο καιρός, ήρθε κιόλας, που όσοι πραγματικά λατρεύουν, θα λατρέψουν τον Πατέρα με τη δύναμη του Πνεύματος, που αποκαλύπτει την αλήθεια˙ γιατί έτσι τους θέλει ο Πατέρας αυτούς που τον λατρεύουν. Ο Θεός είναι πνεύμα. Κι αυτοί που τον λατρεύουν πρέπει να τον λατρεύουν με τη δύναμη του Πνεύματος, που φανερώνει την αλήθεια. Του λέει τότε η γυναίκα: «Ξέρω ότι θα έρθει ο Μεσσίας, δηλαδή ο Χριστός˙ όταν έρθει εκείνος, θα μας τα εξηγήσει όλα». «Εγώ είμαι», της λέει ο Ιησούς, «εγώ, που σου μιλάω αυτή τη στιγμή». Εκείνη τη στιγμή ήρθαν οι μαθητές του κι απορούσαν που συνομιλούσε με γυναίκα. Βέβαια, κανείς δεν είπε «τι συζητάς;» ή «γιατί μιλάς μαζί της;». Τότε η γυναίκα άφησε τη στάμνα της, πήγε στην πόλη κι άρχισε να λέει στον κόσμο: «Ελάτε να δείτε έναν άνθρωπο που μου είπε όλα όσα έχω κάνει στη ζωή μου˙ μήπως είναι αυτός ο Μεσσίας;» Βγήκαν, λοιπόν, από την πόλη κι έρχονταν σ’ αυτόν. Στο μεταξύ οι μαθητές τον παρακαλούσαν κι έλεγαν: «Διδάσκαλε, φάε κάτι». Αυτός όμως τους είπε: «Εγώ έχω να φάω τροφή που εσείς δεν την ξέρετε». Κι οι μαθητές έλεγαν μεταξύ τους: «Μήπως του’φερε κανείς να φάει;» Αλλά ο Ιησούς τους είπε: «Δικιά μου τροφή είναι να εκτελώ το θέλημα εκείνου που με έστειλε, και να φέρω σε πέρας το έργο του. Εσείς συνηθίζετε να λέτε «τέσσερις μήνες ακόμη, κι έφτασε ο θερισμός». Εγώ σας λέω: σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα χωράφια. Ασπροκοπούν από τα στάχυα τα ώριμα, έτοιμα κιόλας για τον θερισμό. Ο θεριστής αμείβεται για τη δουλειά του και συνάζει καρπό για την αιώνια ζωή, έτσι ώστε μαζί να χαίρονται κι αυτός που σπέρνει κι αυτός που θερίζει. Γιατί εδώ αληθεύει η παροιμία «άλλος είναι που σπέρνει, άλλος που θερίζει». Εγώ σας έστειλα να θερίσετε καρπό που γι’ αυτόν εσείς δεν κοπιάσατε˙ άλλοι μόχθησαν, κι εσείς μπήκατε εκεί να θερίσετε το δικό τους κόπο». Πολλοί από τους Σαμαρείτες εκείνης της πόλης πίστεψαν σ’ αυτόν, εξαιτίας της μαρτυρίας της γυναίκας που έλεγε: «Μου είπε όλα όσα έχω κάνει». Όταν λοιπόν οι Σαμαρείτες ήρθαν κοντά του, τον παρακαλούσαν να μείνει μαζί τους˙ κι έμεινε εκεί δύο μέρες. Έτσι, πίστεψαν πολύ περισσότεροι ακούγοντας τα λόγια του κι έλεγαν στη γυναίκα: «Η πίστη μας δε στηρίζεται πια στα δικά σου λόγια˙ γιατί έμείς οι ίδιοι τον έχουμε τώρα ακούσει και ξέρουμε πως πραγματικά αυτός είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός».