Θεία Λειτουργία Κυριακή ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ 17 Μαρτίου 2013

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013
ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Ματθ. στ’ 14-21

Εἶπεν ὁ Κύριος˙ Ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος. Ἐάν δέ μή ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, οὐδέ ὁ Πατήρ ὑμῶν ἀφήσει τά παραπτώματα ὑμῶν. Ὅταν δέ νηστεύητε, μή γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταί, σκυθρωποί˙ ἀφανίζουσι γάρ τά πρόσωπα αὑτῶν, ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες˙ Ἀμήν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσι τόν μισθόν αὑτῶν. Σύ δέ νηστεύων, ἄλειψαί σου τήν κεφαλήν, καί τό πρόσωπόν σου νίψαι˙ ὅπως μή φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλά τῷ Πατρί σου τῷ ἐν κρυπτῷ˙ καί ὁ Πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ, ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. Μή θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυρούς ἐπί τῆς γῆς, ὅπου σής καί βρῶσις ἀφανίζει, καί ὅπου κλέπται διορύσσουσι καί κλέπτουσι. Θησαυρίζετε δέ ὑμῖν θησαυρούς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σής, οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καί ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν, οὐδέ κλέπτουσιν. Ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καί ἡ καρδία ὑμῶν.

Μετάφραση

 Είπε ο Κύριος˙ αν συγχωρήσετε τους ανθρώπους για τα παραπτώματά τους, θα σας συγχωρήσει κι εσάς ο ουράνιος Πατέρας σας. Αν όμως δε συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, ούτε κι ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα δικά σας παραπτώματα. Όταν νηστεύετε, να μη γίνεστε σκυθρωποί, όπως οι υποκριτές, που παραμορφώνουν την όψη τους για να δείξουν στους ανθρώπους πως νηστεύουν. Σας διαβεβαιώνω πως έτσι έχουν κιόλας λάβει την ανταμοιβή τους. Εσύ, αντίθετα, όταν νηστεύεις, περιποιήσου τα μαλλιά σου και νίψε το πρόσωπό σου, για να μη φανεί στους ανθρώπους η νηστεία σου, αλλά στον Πατέρα σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις˙ θα σου το ανταποδώσει φανερά. Μη μαζεύετε θησαυρούς πάνω στη γη, όπου τους αφανίζει ο σκόρος και η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες κάνουν διαρρήξεις και τους κλέβουν. Αντίθετα, να μαζεύετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου δεν τους αφανίζουν ούτε ο σκόρος ούτε η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες δεν κάνουν διαρρήξεις και δεν τους κλέβουν. Γιατί όπου είναι ο θησαυρούς σας εκεί θα είναι και η καρδιά σας.

ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΙΟΣ
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Γεννήθηκε στη Ρώμη στα τέλη του 4ου αιώνα. Οι γονείς του ήσαν ευσεβείς Χριστιανοί, μάλιστα ο πατέρας του ήταν συγκλητικός και ονομαζόταν Ευφημιανός. Οι δύο αυτοί σύζυγοι ήταν τόσο πολύ φιλάνθρωποι, ώστε καθημερινά παρέθεταν τραπέζι για τα ορφανά, τις χήρες και τους ξένους, τους οποίους διακονούσαν οι ίδιοι με τα χέρια τους. Όμως οι τόσο φιλάνθρωποι αυτοί άρχοντες ήσαν άτεκνοι. Μετά από επίμονες προσευχές, αξιώθηκαν να λάβουν από τον Θεό ως δώρο έναν υιό, τον οποίο ονόμασαν Αλέξιο και τον οποίο ανέθρεψαν χριστιανικά. Οι γονείς του ήθελαν να τον νυμφεύσουν, όμως την ίδια νύχτα του γάμου έφυγε κρυφά και πήγε στη Συρία και από ’κει κατέληξε στην Έδεσσα της Μεσοποταμίας. Έμεινε σε ένα ναό για 17 χρόνια, ντυμένος με κουρέλια και συντηρούμενος από ελεημοσύνες των Χριστιανών, σαν να ήταν ζητιάνος. Ζούσε με νηστεία όλη τη βδομάδα και μόνο την Κυριακή, αφού μεταλάμβανε τα Άχραντα Μυστήρια, έτρωγε λίγο άρτο και έπινε λίγο νερό. Όσο για τα χρήματα που του έδιναν οι Χριστιανοί, δεν τα κρατούσε για τον εαυτό του αλλά τα μοίραζε στους φτωχούς. Μετά από 17 χρόνια βλέποντας ο άγιος ότι άρχισε να γίνεται γνωστός, αναχώρησε κρυφά για την Ταρσό της Κιλικίας αλλά αντίθετοι άνεμοι, ή μάλλον η Θεία Πρόνοια έφεραν το πλοίο στη Ρώμη. Σαν βγήκε στην πόλη, πήγε στο πατρικό του σπίτι, όπου σαν ζητιάνος, ζήτησε από τον πατέρα του ελεημοσύνη. Χωρίς να αναγνωρίσει τον γιο του ο Ευφημιανός πρόσταξε να δώσουν κατάλυμα στον ζητιάνο και να του δίδουν τροφή. Οι υπηρέτες του έδωσαν κατάλυμα σε μια άκρη του κήπου, όπου ζώντας ασκητικά πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του, άγνωστος κοντά στους γονείς του, οι οποίοι θρηνούσαν για το χαμό του. Όταν έλαβε την πληροφορία από τον Θεό ότι επίκειται η εκδημία του, ζήτησε από τον υπηρέτη να του φέρει χαρτί και μελάνι και έγραψε ποιος ήταν και ποιοι ήταν οι γονείς του. Κοιμήθηκε το έτος 410 μ.Χ. Την ίδια μέρα την ώρα της Θείας Λειτουργίας στον Ναό του Αγ. Πέτρου από τον Πάπα Ιννοκέντιο, παρουσία του αυτοκράτορα και πλήθους κόσμου μία φωνή ακούστηκε που έλεγε: «Αναζητήστε τον άνθρωπο του Θεού, θα δεηθεί για την πόλη και για όλους εσάς. Ήδη εξέρχεται του σώματος!» Όλοι άρχισαν να προσεύχονται και η φωνή ακούστηκε πάλι λέγοντας ότι ο άνθρωπος αυτός βρισκόταν στο αρχοντικό του Ευφημιανού. Αμέσως όλοι έφθασαν στο σπίτι, και κατευθείαν πήγαν στην καλύβα του ζητιάνου και τον βρήκαν ήδη νεκρό. Το πρόσωπό του άστραφτε και στο χέρι του κρατούσε ένα χαρτί. Σαν το διάβασαν κατάλαβαν πως ο ζητιάνος ήταν ο Αλέξιος και ξέσπασαν σε θρήνο.
Ο Άγιος Αλέξιος σε όλους τους αιώνες έμεινε γνωστός με την προσωνυμία «ο Άνθρωπος του Θεού», από τη φωνή που ακούστηκε από τον ουρανό και η οποία έλεγε «ζητήσατε τον άνθρωπο του Θεού». Η τίμια Κάρα του Αγίου Αλεξίου αργότερα μεταφέρθηκε από τη Ρώμη στο Βυζάντιο και από εκεί δωρήθηκε στη Μονή της Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα και ο Άγιος Αλέξιος τιμάται ως πολιούχος των Καλαβρύτων στην Πελοπόννησο.

Η μνήμη του Αγίου Αλεξίου, του Ανθρώπου του Θεού, τιμάται από την Ορθόδοξο Εκκλησία μας στις 17 Μαρτίου.