Χαραλάμπους ἱερομάρτυρος, Ζήνωνος ὁσίου τοῦ ταχυδρόμου. Κυριακή ΙϚʹ Ματθαίου

Χαραλάμπους ἱερομάρτυρος, Ζήνωνος ὁσίου τοῦ ταχυδρόμου.
Κυριακή ΙϚʹ Ματθαίου (ταλάντων). Ἦχος γʹ. Ἑωθινὸν Γʹ

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

ΕΘΝΙΚΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ

Σας προσκαλούμε να τιμήσετε με την παρουσία σας το Εθνικό Μνημόσυνο των Ηρώων Αξιωματικών (ΜΧ)
Ανδρέα Ηρακλέους και Σωκράτη Κωνσταντινίδη
που σκοτώθηκαν στις 3 Μαρτίου 1994 κατά την εκτέλεση του καθήκοντος
από έκρηξη νάρκης σε ναρκοπέδιο στο χωριό Πύλα, το οποίο θα τελεστεί
την Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2013 στην εκκλησία Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης στον Κ. Πύργο Τηλλυρίας.
Της Θείας Λειτουργίας και του μνημοσύνου θα προστεί
ο Πανιερώτατος Μητροπολίτης Κύκκου και Τηλλυρίας
κ. Νικηφόρος
Θα ακολουθήσει κατάθεση στεφάνων
στο Μνημείο Ηρώων
 
Απευθείας Μετάδοση από το Μετόχιο της Ιεράς Μονής Κύκκου, Άγιος Προκόπιος
Άγιος Χαράλαμπος ο Ιερομάρτυρας, Όσιος Ζήνων ο ΤαχυδρόμοςΟ Άγιος Ιερομάρτυς Χαράλαμπος, έζησε κατά τα χρόνια που αυτοκράτορας ήταν ο Σεπτίμιος Σεβήρος, και μαρτύρησε πιθανότατα κατά το 198 μ.Χ., σε ηλικία 113 ετών. Ο Άγιος Χαράλαμπος ήταν ιερέας στην πόλη Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Δίδασκε τον δρόμο της αρετής και κήρυττε την χριστιανική πίστη. Ο Σεβήρος ξεκίνησε όμως διωγμό κατά των Χριστιανών, κατά τον οποίον ο έπαρχος Λουκιανός συνέλαβε και δίκασε τον Άγιο Χαράλαμπο επειδή ήταν Χριστιανός. Ο Λουκιανός λοιπόν, ζήτησε από τον Άγιο να αρνηθεί τον Χριστό και να προσκυνήσει τα είδωλα, μα ο Άγιος του απάντησε ότι ο Χριστός είναι ο πραγματικός Θεός, ο επουράνιος Βασιλέας, που δίνει αιώνια ζωή και μακαριότητα σε όσους τον πιστεύουν. Αντίθετα, οι θεοί που προσκυνούν οι Ρωμαίοι είναι άψυχα είδωλα. Με την επίκληση του ονόματος του Χριστού φεύγουν οι δαίμονες των ειδώλων, και θεραπεύονται οι ανίατες αρρώστιες, πρόσθεσε ο Άγιος. Η απάντησή του εξόργισε τον έπαρχο Λουκιανό, ο οποίος διέταξε να του αφαιρέσουν την ιερατική στολή και να γδάρουν όλο το δέρμα του Αγίου. Κατά την διάρκεια των βασανιστηρίων ο Άγιος Χαράλαμπος προσευχόταν στον Θεό, κι ευχαριστούσε τους βασανιστές του λέγοντας ότι με το μαρτύριο αυτό κερδίζει την αιώνια ζωή. Οι υπηρέτες απορούσαν, πώς γίνεται να φέρεται έτσι ο Άγιος και γιατί δεν τον βλάπτουν τα βασανιστήρια; Μάλιστα οι δυο δήμιοι Πορφύριος και Βάπτος, βλέποντας το θαύμα ότι ο Άγιος Χαράλαμπος δεν πάθαινε τίποτα από τα βασανιστήρια, πίστεψαν στον Χριστό και μαρτύρησαν διά αποκεφαλισμού. Μετά από πολλές προσπάθειες να εξοντώσουν τον Άγιο, ο έπαρχος εισηγήθηκε να τον αποκεφαλίσουν ώστε έτσι να σταματήσουν τη δράση του. Ενώ πήγαιναν τον Άγιο στον τόπο του μαρτυρίου, εκείνος προσευχόταν στον Θεό. Είδε τότε πολλούς Αγγέλους και τον Θεό, ο οποίος τον ρώτησε τι δώρο θα ήθελε. Ο Άγιος Χαράλαμπος αποκρίθηκε ότι είναι μεγάλο δώρο που αξιώθηκε και είδε τον Θεό! Τον παρακάλεσε δε, σε όποιο μέρος τον τιμούν, να μην υπάρχουν πόλεμοι, πείνα, αρρώστιες, δυστυχίες. Ο Κύριος του υποσχέθηκε ότι έτσι θα γίνει. Τότε ο Άγιος Χαράλαμπος παρέδωσε την ψυχή του, πριν προλάβει ο δήμιος να τον αποκεφαλίσει. Η Γαλήνη διέσωσε το λείψανο του Αγίου Χαράλαμπου, το έβαλε σε ένα χρυσό σεντούκι με μύρα και αρώματα, και το ενταφίασε. Κράτησε την πίστη της ως το τέλος της ζωής της.
Η Εκκλησία μας τιμά τον Άγιο Χαράλαμπο στις 10 Φεβρουαρίου. Την ίδια ημέρα τιμώνται μαζί με τον Άγιο Ιερομάρτυρα Χαράλαμπο και οι δυο δήμιοι, Άγιος Πορφύριος και Άγιος Βάπτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Κυριακή Δεκάτη Έκτη
Ματθ. κε’ 14-30
Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην˙ Ἄνθρωπός τις ἀποδημῶν ἐκάλεσε τούς ἰδίους δούλους, καί παρέδωκεν αὐτοῖς τά ὑπάρχοντα αὑτοῦ˙ καί ᾧ μέν ἔδωκε πέντε τάλαντα, ᾧ δέ δύω, ᾧ δέ ἕν˙ ἑκάστῳ κατά τήν ἰδίαν δύναμιν˙ καί ἀπεδήμησεν εὐθέως. Πορευθείς δέ ὁ τά πέντε τάλαντα λαβών, εἰργάσατο ἐν αὐτοῖς, καί ἐποίησεν ἄλλα πέντε τάλαντα˙ ὡσαύτως καί ὁ τά δύω, ἐκέρδησε καί αὐτός ἄλλα δύω. Ὁ δέ τό ἕν λαβών, ἀπελθών ὤρυξεν ἐν τῇ γῇ, καί ἀπέκρυψε τό ἀργύριον τοῦ κυρίου αὑτοῦ. Μετά δέ χρόνον πολύν, ἔρχεται ὁ κύριος τῶν δούλων ἐκείνων, καί συναίρει λόγον μετ’ αὐτῶν. Καί προσελθών ὁ τά πέντε τάλαντα λαβών, προσήνεγκεν ἄλλα πέντε τάλαντα, λέγων˙ Κύριε, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας˙ ἴδε, ἄλλα πέντε τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ’ αὐτοῖς. Ἔφη δέ αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ˙ Εὖ, δοῦλε ἀγαθέ καί πιστέ˙ ἐπί ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπί πολλῶν σε καταστήσω˙ εἴσελθε εἰς τήν χαράν τοῦ κυρίου σου. Προσελθών δέ καί ὁ τά δύω τάλαντα λαβών, εἶπε˙ Κύριε, δύω τάλαντά μοι παρέδωκας˙ ἴδε, ἄλλα δύω τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ’ αὐτοῖς. Ἔφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ˙ Εὖ, δοῦλε ἀγαθέ καί πιστέ˙ ἐπί ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπί πολλῶν σε καταστήσω˙ εἴσελθε εἰς τήν χαράν του κυρίου σου. Προσελθών δέ καί ὁ τό ἕν τάλαντον εἰληφώς, εἶπε˙ Κύριε, ἔγνων σε, ὅτι σκληρός εἶ ἄνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας, καί συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας˙ καί φοβηθείς, ἀπελθών ἔκρυψα τό τάλαντόν σου ἐν τῇ γῇ˙. ἴδε, ἔχεις τό σόν. Ἀποκριθείς δέ ὁ κύριος αὐτοῦ, εἶπεν αὐτῷ˙ Πονηρέ δοῦλε καί ὀκνηρέ, ᾔδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα, καί συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα˙ ἔδει οὖν σε βαλεῖν τό ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις˙ καί ἐλθών ἐγώ, ἐκομισάμην ἄν τό ἐμόν σύν τόκῳ. Ἄρατε οὖν ἀπ’ αὐτοῦ τό τάλαντον, καί δότε τῷ ἔχοντι τά δέκα τάλαντα. (Τῷ γάρ ἔχοντι παντί δοθήσεται, καί περισσσευθήσεται˙ ἀπό δέ τοῦ μή ἔχοντος, καί ὅ ἔχει, ἀρθήσεται ἀπ’ αὐτοῦ). Καί τόν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τό σκότος τό ἐξώτερον˙ ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμός, καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων. Ταῦτα λέγων, ἐφώνει˙ Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ
Η βασιλεία του Θεού μοιάζει μ’ έναν άνθρωπο ο οποίος φεύγοντας για ταξίδι, κάλεσε τους δούλους του και τους εμπιστεύτηκε τα υπάρχοντά του. Σ’ άλλον εμπιστεύτηκε πέντε τάλαντα, σ’ άλλον δύο, σ’ άλλον ένα, στον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του, κι έφυγε αμέσως για το ταξίδι. Αυτός που έλαβε τα πέντε τάλαντα πήγε, τα εκμεταλλεύτηκε και κέρδισε άλλα πέντε τάλαντα. Κι αυτός που έλαβε τα δύο κέρδισε επίσης άλλα δύο. Εκείνος όμως που έλαβε το ένα τάλαντο πήγε κι έσκαψε στη γη και έκρυψε τα χρήματα του κυρίου του. Ύστερα από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, γύρισε ο κύριος εκείνων των δούλων και έκανε λογαριασμό μαζί τους. Παρουσιάστηκε εκείνος που είχε λάβει τα πέντε τάλαντα και του έφερε κι άλλα πέντε, λέγοντας: «κύριε, μου εμπιστεύτηκες πέντε τάλαντα˙ κοίτα, κέρδισα με αυτά άλλα πέντε». Του είπε ο κύριός του: «εύγε, καλέ και έμπιστε δούλε! Αποδείχτηκες αξιόπιστος σε μικρές υποθέσεις, γι’ αυτό θα σου εμπιστευτώ μεγαλύτερες. Έλα κι εσύ να γιορτάσεις μαζί μου». Παρουσιάστηκε κι ο άλλος με τα δύο τάλαντα και είπε: «κύριε, μου εμπιστεύτηκες δύο τάλαντα˙ κοίτα, κέρδισα άλλα δύο». Του είπε ο κύριός του: «εύγε, καλέ και έμπιστε δούλε! Αποδείχτηκες αξιόπιστος σε μικρές υποθέσεις, γι’ αυτό θα σου εμπιστευτώ μεγαλύτερες. Έλα κι εσύ να γιορτάσεις μαζί μου». Παρουσιάστηκε κι εκείνος που είχε λάβει το ένα τάλαντο και είπε: «κύριε, ήξερα πως είσαι σκληρός άνθρωπος. Θερίζεις εκεί όπου δεν έσπειρες και συνάζεις καρπούς εκεί που δε φύτεψες. Γι’ αυτό φοβήθηκα και πήγα κι έκρυψα το τάλαντό σου στη γη. Να τα λεφτά σου». Και του αποκρίθηκε ο κύριός του: «δούλε κακέ και οκνηρέ, ήξερες πως θερίζω όπου δεν έσπειρα, και συνάζω καρπούς απ’ όπου δε φύτεψα! Τότε έπρεπε να βάλεις τα χρήματά μου στην τράπεζα, κι εγώ όταν θα γυρνούσα πίσω θα τα έπαιρνα με τόκο. Πάρτε του, λοιπόν, το τάλαντο και δώστε το σ’ αυτόν ου έχει τα δέκα τάλαντα. Γιατί σε καθέναν που έχει θα του δοθεί με το παραπάνω και θα ’χει περίσσευμα˙ ενώ απ’ όποιον δεν έχει, θα του πάρουν και τα λίγα που έχει. Κι αυτόν τον άχρηστο δούλο πετάξτε τον έξω στο σκοτάδι. Εκεί θα κλαίνε, και θα τρίζουν τα δόντια».