Παρουσίαση Βιβλίου Ιωάννη Ν. Παπανεάρχου «ΓΛΥΚΥΘΥΜΙΑ ΕΛΛΗΝΟΠΡΕΠΗΣ»

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ Ν. ΠΑΠΑΝΕΑΡΧΟΥ
«ΓΛΥΚΥΘΥΜΙΑ ΕΛΛΗΝΟΠΡΕΠΗΣ»
Αθλοθεσία Ιεράς Μητροπόλεως Κυρηνείας.

την Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013, ώρα 07:00 μμ.

στην αίθουσα τελετών Ι.Μ.Κύκκου «Αρχάγγελος»
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Χαιρετισμός Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κυρηνείας
κ. Χρυσοστόμου
Κριτική παρουσίαση: κ. Χατζη-Παναγή Χρυσόθεμις,
φιλόλογος, κριτικός συγγραφέας.
Ανάγνωση αποσπασμάτων απο το βιβλίο:
κ. Φωτιάδης Φώτος, ηθοποιός, σκηνοθέτης.
Εισήγηση: κ. Παπανεάρχου Ιωάννης, φιλόλογος, συγγραφέας.
Συντονίζει κ. Κόκκινος Σάββας,
Δρ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας.
Υπό την αιγίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Κυρηνείας.
Διάρκεια εκδήλωσης: 60 λεπτά.
Π.Α. 22 44 42 42
Γλυκυθυμία Ελληνοπρεπής…
Ιωάννη Ν. Παπανεάρχου
Ένα μνημειώδες ιστορικοφιλοσοφικό δοκίμιο ελληνοκεντρικής παιδείας
 
«Και τούτη η πορεία γίνεται έντονα δύσβατη σαν καθρεφτίζει στο κάτοπτρό της το προνόμιο της ελληνοπρέπειας»
ΧΡΥΣΟΘΕΜΙΔΑ ΧΑΤΖΗΠΑΝΑΓΗ
Φιλόλογος, συγγραφέας και κριτικός Λογοτεχνίας

Πολλά βιβλία έρχονται καθημερινά στο φως μιας εκτυφλωτικής, μάλιστα, δημοσιότητας, αλλά και παρέρχονται δίκην ηχηρών πυροτεχνημάτων ή κατ’ εύνοιαν λευκών αστέρων, για να σβήσουν μοιραία στη λήθη της θνησιγενούς τους αφάνειας. Λίγα, ωστόσο, έως ελάχιστα είναι τα μακρόπνοα εκείνα συγγραφικά πονήματα, που τύχη αγαθή περιέρχονται στα χέρια των ειδικών μελετητών και των επαρκών αναγνωστών ως έργα αναφοράς και καλλιεπή ευάρεστα αναγνώσματα, αλλά, κυρίως, ως εναύσματα ιστορικής μνήμης και εθνικής αφύπνισης.

Διακριτή θέση κατέχει, αδιαμφισβήτητα, το έργο του γνωστού δοκιμιογράφου Ιωάννη Ν. Παπανεάρχου υπό τον εύφθογγο τίτλο Γλυκυθυμία Ελληνοπρεπής, που κυκλοφόρησε πρόσφατα με επάξια αθλοθεσία της Ιεράς Μητροπόλεως Κυρηνείας.

Στον προοιμιακό χαιρετισμό του σεπτού Ιεράρχη οι πηγαίες σκέψεις και τα ηδύπνοα αισθήματα από την εντρύφησή του στις 400 σελίδες τού καθ’ όλα άρτιου τούτου συγγραφικού αθλήματος αποπνέουν και τη δική μας στοχαστική διάθεση γλυκυθυμίας, που μεταπλάθεται αισθαντικά σε ελληνοπρεπή γλυκασμό παραμυθίας για τις ανεπούλωτες πληγές της διαχρονικής ιστορικής μας μοίρας. Μια τέτοια γλυκυθυμία ελληνογενούς αναζωογόνησης και ελληνότροπης αναβάπτισης διαπνέει το «ιστορικό οδοιπορικό» ή άλλως «το μυθιστόρημα» αυτό, όπως εύστοχα χαρακτηρίζεται από τον ίδιο τον συγγραφέα, που στον πρόλογο της αδιάσπαστης επικολυρικής του αφήγησης παραπέμπει στην πηγή του δανεισμού του: στον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο, ο οποίος δανείζεται, επίσης, την γλυκυθυμία από τον Πλούταρχο, συνταυτίζοντάς την με τη «γλυκεία χώρα» του χρονογράφου μας Λεόντιου Μαχαιρά στο πολυδιαβασμένο ταξιδιωτικό του.

Συγκεκριμένα, στην ιστοριογραφία της δικής του δοκιμιακής περιδιάβασης ο Παπανεάρχου μάς προκαλεί να τη διατρέξουμε απνευστί, χωρίς τους ενδιάμεσους σταθμούς της κατάτμησης σε αδρομερείς δομικές ενότητες, θεματικά κεφάλαια και επί μέρους υποκεφάλαια αναλυτικής και συνθετικής τεκμηρίωσης της ύλης, καταδεικνύοντας και μορφικά την αδιάλειπτη συνέχεια της ελληνικής ταυτότητας και της άφθαρτης ελληνοπρέπειας του τόπου μας, καθώς και τους αρραγείς αδιάπτωτους δεσμούς του κυπριακού και μητροπολιτικού Ελληνισμού. Έτσι, για την ταυτοποίηση και την ανά τους αιώνες αψευδή σφραγίδα του ακραιφνούς και αναλλοίωτου φυλετικού μας κυττάρου, που, ομολογουμένως, αμφισβήτησαν κατά καιρούς κάποιοι με επίσημες δηλώσεις τους, επικαλείται πάμπολλα παραδείγματα όχι μόνο ευρημάτων της αρχαιολογικής σκαπάνης, αλλά και κειμενικών αδιάσειστων τεκμηρίων της αρχαιοελληνικής, νεοελληνικής και ξενόγλωσσης σκαπάνης διαπρεπών συγγραφέων.

Η πολυσέλιδη βιβλιογραφία, που επιτάσσεται του βιβλίου, συνοψίζει την ονομαστική πατρότητα των αναρίθμητων εμφαντικών παραθεμάτων, που όχι, απλώς, το διανθίζουν με ποικιλότροπες πολυειδείς αναγωγές, αλλά και αδιάτρητα ενισχύουν τη σκευή της επαγωγικής του επιχειρηματολογίας και της τελεολογικής του καταξίωσης. Τα αυτοτελή αποσπάσματα, που αρύεται ο συγγραφέας, κατά μείζονα λόγο, από τον οικείο του χώρο της Ιστορίας και Αρχαιολογίας, της Γλωσσολογίας και της Αρχαίας Γραμματείας, αλλά και ισοβαρώς από το ανεξάντλητο θησαυροφυλάκιο της νεότερης λογοτεχνικής μας δημιουργίας, συσσωματώνουν τις πολύχρωμες στέρεες ψηφίδες για τη δόμηση ενός πανοραμικού μωσαϊκού, όπου ο ελληνικός κόσμος της Κύπρου με τα έργα και τις ημέρες του συναντάται με τις αρχέγονες μορφές και τα θαυμαστά επιτεύγματα του ευρύτερου Ελληνισμού.
Την ακατάπαυστη διαλεκτική της ψυχικής όσμωσης και της αείρροης πολιτισμικής διαπίδυσης κατόρθωσε ο συγγραφέας του εκτεταμένου αυτού δοκιμιακού δια-λόγου και κατά τούτο πρωτότυπου στην εμπνευσμένη σύλληψη της υφολογικής του δομής να αναδείξει μέσα από τα κομβικά σημεία τής καίριας συνύφανσής του: από τα μυθολογικά και προϊστορικά χρόνια στην Ομηρική Κύπρο των Αχαιών και από τον κλασικό αιώνα της Σαλαμίνιας εποποιίας στην ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο μέχρι τον εκχριστιανισμό και τη βυζαντινή εποχή, τις Αραβικές επιδρομές και την Τουρκοκρατία ώς την Αγγλοκρατία και τη νεότερη Κυπριακή Εποποιία του 1955 – 59 σφυρηλατείται ο ακατάλυτος συνεκτικός ιστός τούτου του αθάνατου Ελληνο-Κυπριακού καμβά.

Εφόσον είναι αδύνατο στα πλαίσια μιας σημειολογικής αναφοράς να ανασύρουμε προσφυή παραδείγματα από όλες τις περιόδους του κοινού πολιτισμικού βίου Ελλάδας και Κύπρου, θα αρκεστούμε μόνο σε τρία ενδεικτικά των αέναων αυτών σχέσεων, χωρίς βέβαια τις αντίστοιχες διακειμενικές προσεγγίσεις και διαθεματικές προεκτάσεις, με τις οποίες η πολυεπίπεδη γνωστική αναζήτηση του συγγραφέα τα εμπλουτίζει σφαιρικά: Καθώς η άφιξη των Αχαιών στην Κύπρο οφείλεται στην εμπορία του χαλκού, η Ομηρική Οδύσσεια μεταστοιχειώνει ποιητικά το ιστορικό γεγονός με το ταξίδι ες Τεμέσην (Ταμασσό) της μεταμορφωμένης Αθηνάς σε Μέντη, για ανταλλαγή σιδήρου με χαλκό.

Για αποσόβηση του περσικού κινδύνου ο Αθηναίος στρατηγός Κίμωνας εκστρατεύει στην Κύπρο και πεθαίνει «πολιορκών Κίτιον …νοσήσας», σύμφωνα με τον Πλούταρχο και του οποίου την αρετή εγκωμιάζει ο Σωκράτης στον Πλατωνικό Μενέξενο. «Το ήθος της ελληνοπρέπειας», κατά τον συγγραφέα, όπως καταγράφεται συγκεφαλαιωτικά στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, μνημειώνεται στις ηρωικές πράξεις των αγωνιστών του έπους της ΕΟΚΑ με αποκορύφωμα τη θυσία του Κυριάκου Μάτση και του Γρηγόρη Αυξεντίου.

Ωστόσο, ανακαλώντας τα ποιήματα για την Κύπρο του Γιώργου Σεφέρη, που μέσα απ’ αυτά προέβλεψε τον επαναστατικό της ξεσηκωμό κατά του αγγλικού αποικιακού ζυγού, ο Ιωάννης Παπανεάρχου υπογραμμίζει τα ακόλουθα σημαντικά, που αξίζει να παραθέσουμε αυτούσια, αντί άλλου επιλόγου στη σύντομη παρουσίασή μας της Γλυκυθυμίας Ελληνοπρεπούς του: «Και τούτη η πορεία γίνεται έντονα δύσβατη σαν καθρεφτίζει στο κάτοπτρό της το προνόμιο της ελληνοπρέπειας […] για τη μοίρα του Ελληνισμού, όταν αυτός διαμορφώνει το ιστορικό του πρόσωπο είτε ως μητροπολιτικός είτε ως απόδημος, και επί του προκειμένου, ως Κυπριακός Ελληνισμός».