Θεία Λειτουργία εκ του Ιερού Ναού Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης Τσερίου – Άμεση Μετάδοση

Θεία Λειτουργία εκ του Ιερού Ναού Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης Τσερίου Μετάδοση Θείας Λειτουργίας Χοροστατούντος του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρου
άμεση μετάδοση
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Κυριακή Έκτη
Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν η’, 27-39

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς τήν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὅς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καί ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καί ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν. Ἰδών δέ τόν Ἰησοῦν καί ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καί φωνῇ μεγάλῃ εἶπε˙ Τί ἐμοί καί σοί, Ἰησοῦ Υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. Παρήγγειλε γάρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπό τοῦ ἀνθρώπου˙ πολλοῖς γάρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν˙ καί ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καί πέδαις φυλασσόμενος˙ καί διαρρήσσων τά δεσμά, ἠλαύνετο ὑπό τοῦ δαίμονος εἰς τάς ἐρήμους. Ἐπηρώτησε δέ αὐτόν ὁ Ἰησοῦς, λέγων ˙ Τί σοί ἐστίν ὄνομα; Ὁ δέ εἶπε˙ Λεγεών˙ ὅτι δαιμόνια πολλά εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν. Καί παρεκάλει αὐτόν, ἵνα μή ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τήν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. Ἦν δέ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει˙ καί παρεκάλουν αὐτόν, ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν. Καί ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. Ἐξελθόντα δέ τά δαιμόνια ἀπό τοῦ ἀνθρώπου, εἰσῆλθον εἰς τούς χοίρους, καί ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατά τοῦ κρημνοῦ εἰς τήν λίμνην, καί ἀπεπνίγη. Ἰδόντες δέ οἱ βόσκοντες τό γεγενημένον, ἔφυγον˙ καί ἀπελθόντες ἀπήγγειλαν εἰς τήν πόλιν, καί εἰς τούς ἀγρούς. Ἐξῆλθον δέ ἰδεῖν τό γεγονός˙ καί ἦλθον πρός τόν Ἰησοῦν, καί εὗρον καθήμερον τόν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ τά δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καί σωφρονοῦντα παρά τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ˙ καί ἐφοβήθησαν. Ἀπήγγειλαν δέ αὐτοῖς καί οἱ ἰδόντες, πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. Καί ἠρώτησαν αὐτόν ἅπαν τό πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ’ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο˙ αὐτός δέ ἐμβάς εἰς τό πλοῖον, ὑπέστρεψεν. Ἐδέετο δέ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ’ οὗ ἐξεληλύθει τά δαιμόνια, εἶναι σύν αὐτῷ. Ἀπέλυσε δέ αὐτόν ὁ Ἰησοῦς λέγων˙ Ὑπόστρεφε εἰς τόν οἶκόν σου, καί διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. Καί ἀπῆλθε, καθ’ ὅλην τήν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Εκείνο τον καιρό ήλθε ο Ιησούς στην περιοχή των Γαδαρηνών που είναι αντίπερα στη Γαλιλαία. Εκεί τον συνάντησε ένας άνθρωπος από την πόλη, που είχε μέσα του δαιμόνια από πολύ καιρό και δεν έβαζε ρούχο απάνω του και σε σπίτι δεν έμενε, αλλά μέσα στα μνήματα. Όταν είδε τον Ιησού έβγαλε μια κραυγή, έπεσε στα πόδια του και με δυνατή φωνή του είπε: «Τι δουλειά έχεις εσύ μ’ εμένα Ιησού, Υιέ του Θεού του Υψίστου; Σε παρακαλώ να μη με βασανίσεις». Αυτά τα είπε, γιατί ο Ιησούς είχε διατάξει το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο. Από πολλά χρόνια τον είχε αιχμαλω-τισμένο· και για να τον συγκρατήσουν τον έδεναν με αλυσίδες και του έβαζαν σιδερένια δεσμά στα πόδια. Εκείνος όμως έσπαζε τα δεσμά, και το δαιμόνιο τον οδηγούσε στις ερημιές. Ο Ιησούς τον ρώτησε: «Ποιο είναι το όνομά σου;» Εκείνος απάντησε: «Λεγεών»· γιατί πολλά δαιμόνια είχαν εισέλθει μέσα του· και τον παρακαλούσε να μην τα προστάξει να πάνε στην άβυσσο. Εκεί κοντά ήταν ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους που έβοσκαν στο βουνό, και τα δαιμόνια παρακαλούσαν τον Ιησού να τους επιτρέψει να μπουν στους χοίρους, και τους το επέτρεψε. Βγήκαν, λοιπόν, τα δαιμόνια από τον άνθρωπο και μπήκαν στους χοίρους και το κοπάδι όρμησε προς τον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη. Μόλις οι βοσκοί είδαν τι έγινε, έφυγαν και το είπαν στην πόλη και στην ύπαιθρο. Βγήκαν οι άνθρωποι να δουν τι έγινε και ήρθαν κοντά στον Ιησού. Βρήκαν τον άνθρωπο, από τον οποίο βγήκαν τα δαιμόνια να, κάθεται δίπλα στον Ιησού, να φοράει ρούχα και να φέρεται λογικά, και φοβήθηκαν. Όσοι είχαν δει τι είχε γίνει τους είπαν για το πως ο δαιμονισμένος σώθηκε. Τότε όλο το πλήθος από την περιοχή των Γαδαρηνών παρακαλούσαν τον Ιησού να φύγει από κοντά τους, γιατί τους έπιασε μεγάλος φόβος. Εκείνος μπήκε στο πλοιάριο για να γυρίσει πίσω. Ο άνθρωπος από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια τον παρακαλούσε να τον πάρει μαζί του. Ο Ιησούς όμως του είπε να φύγει, με τα παρακάτω λόγια: «Γύρισε στο σπίτι σου και διηγήσου όσα έκανε για εσένα ο Θεός». Κι έφυγε διαλαλώντας σ’ όλη την πόλη όσα έκανε σ’ αυτόν ο Ιησούς.

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΡΤΕΜΙΟΣ

Ο Άγιος Αρτέμιος ήταν διακεκριμένος πολιτικός του Βυζαντίου και ευσεβέστατος χριστιανός. Ο Μέγας Κωνσταντίνος, εκτιμώντας τα ηθικά και πολιτικά του χαρίσματα, του έδωσε το αξίωμα του πατρικίου και τον διόρισε Δούκα και Αυγουστάλιο της Αλεξανδρείας.
Το 357 μ.Χ. πηγαίνει στην Πάτρα, κατ’ εντολή του Αυτοκράτορα Κωνσταντίου, γιου του Μεγάλου Κωνσταντίνου, για να παραλάβει τα σεπτά λείψανα του Αγίου Ανδρέα και να τα ανακομίσει στον νεόκτιστο Ναό των Αγίων αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη (3 Μαρτίου 357 μ.Χ.).

Κατά την διαμονή του στην Πάτρα και με την επίβλεψη του κατασκεύασε υδραγωγείο. Στρατοπεδευμένος στην περιοχή της Μονής Γηροκομείου ελεούσε και βοηθούσε πλήθος αναξιοπαθούντων και κυρίως γερόντων, γεγονός που δικαιολογεί την τοπωνυμία Γηροκομείο.

Όταν, το 363 μ.Χ., ο Αρτέμιος άκουσε ότι ο Ιουλιανός ο Παραβάτης βασάνιζε τους χριστιανούς στην Αντιόχεια, ήλθαν στα χείλη του τα λόγια του ψαλμωδού Δαβίδ προς το Θεό: «Κύριε, πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με» (Ψαλμός Ν΄ (50), στ. 14). Κύριε, στήριξε με, με σκέψεις σταθερές και θέληση ισχυρή, που να κυριαρχεί μέσα μου και να με κατευθύνει στην υπεράσπιση του αγαθού με θάρρος.
Πράγματι, ο Αρτέμιος, με τη δύναμη που του έδωσε ο Θεός, πήγε αμέσως στην Αντιόχεια και με παρρησία ήλεγξε ευθέως τον Ιουλιανό για τις παρανομίες του κατά των χριστιανών. Ο Ιουλιανός, που δεν περίμενε τέτοια στάση από αξιωματούχο, τον συνέλαβε και τον μαστίγωσε αλύπητα.

Έπειτα του έσπασε τα κόκαλα με πέτρες, και τελικά τον αποκεφάλισε. Το Ιερό λείψανο του Αρτεμίου παρέλαβε κάποια διακόνισσα, η Αρίστη, που το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη, στο ναό του προφήτου Προδρόμου.