Αρχιερατικό Συλλείτουργο, 50 Χρόνια Ιερατικής Διακονίας Μακαριωτάτου Αρχ. Κύπρου Χρυσοστόμου Β΄

Αρχιερατικό Συλλείτουργο προϊσταμένου της Α.Μ. του Αρχιεπισκόπου Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου  στον Ιερό Ναό της του Θεού Σοφίας στο Στρόβολο, επ’ ευκαιρία της συμπλήρωσης πενήντα χρόνων Ιερατικής Διακονίας του Μακαριωτάτου.
Απευθείας Μετάδοση 
Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν ιστ’, 19-31
Εἶπεν ὁ Κύριος˙ Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος, καί ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καί βύσσον, εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς. Πτωχός δέ τις ἦν, ὀνόματι Λάζαρος, ὅς ἐβέβλητο πρός τόν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος˙ καί ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπό τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπό τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου˙ ἀλλά καί οἱ κύνες ἐρχόμενοι, ἀπέλειχον τά ἕλκη αὐτοῦ. Ἐγένετο δέ ἀποθανεῖν τόν πτωχόν, καί ἀπενεχθῆναι αὐτόν ὑπό τῶν Ἀγγέλων εἰς τόν κόλπον τοῦ Ἀβραάμ˙ ἀπέθανε δέ καί ὁ πλούσιος, καί ἐτάφη. Καί ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τούς ὀφθαλμούς αὑτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τόν Ἀβραάμ ἀπό μακρόθεν, καί Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. Καί αὐτός φωνήσας, εἶπε˙ Πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με, καί πέμψον Λάζαρον, ἵνα βάψῃ τό ἄκρον τοῦ δακτύλου αὑτοῦ ὕδατος, καί καταψύξῃ τήν γλῶσσάν μου˙ ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογί ταύτῃ. Εἶπε δέ Ἀβραάμ˙ Τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σύ τά ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καί Λάζαρος ὁμοίως τά κακά˙ νῦν δέ ὅδε παρακαλεῖται, σύ δέ ὀδυνᾶσαι. Καί ἐπί πᾶσι τούτοις, μεταξύ ἡμῶν καί ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἐντεῦθεν πρός ὑμᾶς, μή δύνωνται, μηδέ οἱ ἐκεῖθεν πρός ἡμᾶς διαπερῶσιν. Εἶπε δέ˙ Ἐρωτῶ οὖν σε, Πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτόν εἰς τόν οἶκον τοῦ πατρός μου˙ ἔχω γάρ πέντε ἀδελφούς, ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μή καί αὐτοί ἔλθωσιν εἰς τόν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. Λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ˙ Ἔχουσι Μωσέα καί τούς Προφήτας˙ ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. Ὁ δέ εἶπεν˙ Οὐχί, Πάτερ Ἀβραάμ˙ ἀλλ’ ἐάν τις ἀπό νεκρῶν πορευθῇ πρός αὐτούς, μετανοήσουσιν. Εἶπε δέ αὐτῷ˙ Εἰ Μωσέως καί τῶν Προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδέ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ, πεισθήσονται.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Ο Πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος
Είπε ο Κύριος˙ Κάποιος άνθρωπος ήταν πλούσιος, φορούσε πολυτελή ρούχα και το τραπέζι του κάθε μέρα ήταν λαμπρό. Κάποιος φτωχός όμως, που τον έλεγαν Λάζαρο, ήταν πεσμένος κοντά στην πόρτα του σπιτιού του πλουσίου, γεμάτος πληγές. Αυτός προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Έρχονταν και τα σκυλιά και του έγλυφαν τις πληγές. Πέθανε ο φτωχός, και οι άγγελοι τον πήγαν κοντά στον Αβραάμ. Πέθανε κι ο πλούσιος και θάφτηκε. Στον άδη που ήταν και βασανιζόταν σήκωσε τα μάτια του και είδε από μακριά τον Αβραάμ και κοντά του τον Λάζαρο. Τότε φώναξε ο πλούσιος και είπε: «πατέρα μου Αβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δάχτυλού του και να μου δροσίσει τη γλώσσα, γιατί υποφέρω μέσα σ’ αυτή τη φωτιά». Κι ο Αβραάμ του απάντησε: «παιδί μου, θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες την ευτυχία στη ζωή σου, όπως κι ο Λάζαρος τη δυστυχία. Τώρα όμως αυτός χαίρεται εδώ, κι εσύ υποφέρεις. Κι εκτός απ’ όλα αυτά, υπάρχει ανάμεσά μας μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από δω σ’ εσάς να μην μπορούν, ούτε οι από κει να περάσουν σ’ εμάς». Είπε πάλι ο πλούσιος: «τότε σε παρακαλώ, πατέρα, στείλε τον στο σπίτι του πατέρα μου, να προειδοποιήσει τους πέντε αδελφούς μου, ώστε να μην
έλθουν κι αυτοί σ’ αυτό τον τόπο των βασάνων». Ο Αβραάμ του λέει: «έχουν τα λόγια του Μωυσή και των προφητών˙ ας υπακούσουν σ’ αυτά». Εκείνος τότε του είπε: «όχι, πατέρα μου Αβραάμ˙ αν όμως κάποιος από τους νεκρούς πάει σ’ αυτούς, θα μετανοήσουν». Του είπε ο Αβραάμ: «αν δεν υπακούνε στα λόγια του Μωυσή και των προφητών, δεν θα πειστούν ούτε κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς».
Βίος Αγίων 
Ακεψιμά, Ιωσήφ και Αειθαλά
Οι Άγιοι Ακεψιμάς, Ιωσήφ και Αειθαλάς εορτάζουν στις 3 Νοεμβρίου
Ο Ακεψιμάς, ο Ιωσήφ και ο Αειθαλάς, οι τρεις αυτοί μάρτυρες του Χριστού, έζησαν την εποχή πού βασίλευε στην Περσία, ο σκληρός και απάνθρωπος τύραννος ο Σαβώριος, και ήταν φοβερός διώκτης των Χριστιανών. Την εποχή εκείνη συνέλαβαν και φυλάκισαν τον γηραιόν Επίσκοπο Ακεψιμά. Καταγόταν από την πόλη Ανίθα. Ήταν πολύ ενάρετος άνθρωπος, εγκρατής, πράος, ελεήμων, με μια ψυχή αγνή και αγία. Ο Ακεψιμάς δίδασκε την ευσέβεια στους Χριστιανούς, όχι μόνο με λόγια, αλλά και με έργα.
Όταν λοιπόν έπιασαν τον Ακεψιμά και τον έφεραν στον άρχοντα των μάγων, πού λέγονταν Αδροχοσχάρ, ο μάγος τον ρώτησε, αν ήταν Χριστιανός. Ο Ακεψιμάς ομολόγησε με θάρρος την αλήθεια με τούτα τα λόγια: «Ένα Θεό γνωρίζομε και αυτόν λατρεύομε, διότι είναι ποιητής των πάντων». Ο μάγος προσπάθησε να τον διατάξει να απαρνηθεί τον Θεό αλλά ο Άγιος έμενε σταθερός στην πίστη του. Αφού ο μάγος είδε ότι δεν καταφέρνει τίποτα θύμωσε και έδειρε τόσο σκληρά τον ιερότατο γέροντα, ώστε δεν έμεινε κανένα μέρος του σώματος του χωρίς πληγή. Όλη δε η γη κοκκίνισε από τα αίματα. Την άλλη ημέρα έφεραν άλλους δύο χριστιανούς στο δικαστήριο. Ο ένας ήταν ο Ιωσήφ, πού ήταν ιερεύς ενός χωρίου, γηραιός άνθρωπος, αφοσιωμένος στον Κύριο, 
με σωφροσύνη και φόβο Θεού. Ο άλλος ήταν ο Αειθαλάς διάκονος, ωραίος την όψη, με ζήλο Θεού, και θερμότατος στην πίστη. Ο δικαστής αφού πρώτα τους εξέτασε και αφού είδε ότι επιμένουν στην πίστη τους έδωσε διαταγή να μαστιγώσουν τον μάρτυρα Ιωσήφ, καταξεσχίζοντας άπονα τις σάρκες του με ραβδιά αγκαθωτά. Και όμως ο άγιος με δυνατή φωνή είπε: « Ευχαριστώ Σοι, Κύριε, διότι με αξίωσες να ξεπλύνω τις αμαρτίες μου με την ροή του αίματός μου. Έπειτα από αρκετή ώρα λιποθύμησε από δαρμούς και έμεινε άφωνος. Γι αυτό τον έδεσαν με δυο αλυσίδες και τον φυλάκισαν μαζί με τον Ακεψιμά. Αφού είδε ότι και ο Αειθαλάς έμενε σταθερός στην πίστη του παρ’ όλο το μαρτύριο του Ιωσήφ έδωσε διαταγή να τον δέσουν από τα χέρια στο ξύλο και να τον δέρνουν δυνατά, τόσον, ώστε να του σπάσουν όλα τα κόκκαλα. Οι στρατιώτες εξετέλεσαν το πρόσταγμα του απάνθρωπου άρχοντα, ενώ ο γενναίος αθλητής υπέμεινε τα κτυπήματα, και ο άρχοντας διέταξε να τον δέρνουν ακόμη σκληρότερα, ώστε σχίσθηκαν όλες οι σάρκες του και έσπασαν όλα του τα κόκκαλα ώστε, έπεσε κάτω, χωρίς να μπορεί να σταθεί και να περπατήσει. Σε αυτή την κατάσταση τον πήραν και τον έριξαν στην φυλακή, όπου ήσαν και οι άλλοι δύο άγιοι. Έμειναν λοιπόν εκεί φυλακισμένοι τρία χρόνια. 
Και οι τρεις μαρτύρησαν για τον Χριστό, όταν βασιλιάς της Περσίας ήταν ο Σαπώρ ο Β΄ (περί το 330 μ.Χ.). Ο Ακεψιμάς άφησε την τελευταία του πνοή, αφού χτυπήθηκε σκληρά με ακανθωτά ραβδιά από ροδιά. Ο Ιωσήφ – αφού διέσχισαν τις σάρκες του – υπέστη μαρτυρικό θάνατο διά λιθοβολισμού. Ο Αειθαλάς μαστιγώθηκε σκληρά και έπειτα τον κρέμασαν με το κεφάλι προς τα κάτω, μέχρι πού παρέδωσε και αυτός τη μακάρια ψυχή του.