Κυριακή της Τυρινής – Θεία Λειτουργία Μετόχιο Κύκκου, Άγιος Προκόπιος – Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

«Εὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν. Οταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί· ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. Σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι· Θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν.» (Ματθ. στ’ 14-21)

 

Η τέταρτη Κυριακή του Τριωδίου είναι αφιερωμένη στην εκδίωξη των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο της τρυφής. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό ως το τελειότερο και εκλεκτότερο δημιούργημα του Θεού, ως «εικόνα και καθ’ ομοίωσις» αυτού ( Γέν.1,26). Πλάστηκε να ζει αιώνια μέσα στη χάρη και τις ευλογίες του Θεού, ατέρμονο βίο άπαυτης ευδαιμονίας. Αυτή τη σημασία έχει η βιβλική διήγηση περί του κήπου της Εδέμ (Γεν.2 ο κεφ.). Ο άνθρωπος έκαμε κακή χρήση της ελεύθερης βούλησής του και προτίμησε το κακό. Ο αρχέκακος διάβολος τον παρέσυρε στην πτώση και την καταστροφή. Αυτό του στέρησε τον παράδεισο, δηλαδή την αέναη και ζωοποιό παρουσία του Θεού και την κοινωνία των ακένωτων ευλογιών Του.

Μέγα χάσμα ανοίχτηκε ανάμεσά τους (Εφ.2,13). Η αγία Γραφή αναφέρει συμβολικά πως οι πρωτόπλαστοι διώχτηκαν από τον κήπο της Εδέμ και δύο αγγελικά όντα τάχθηκαν να φυλάγουν με πύρινες ρομφαίες την πύλη του, για να μην μπορούν να την παραβιάσουν αυτοί. Το ατέλειωτο δράμα του ανθρωπίνου γένους άρχισε!

Ο Αδάμ και η Εύα τότε κάθισαν απέναντι από τον κήπο της τρυφής και θρηνούσαν για το κακό που τους βρήκε.

 

Αναλογίζονταν την πρότερη ευδαιμονία τους, την σύγκριναν με την τωρινή δυστυχία τους, προέβλεπαν το μέλλον ζοφερό και γι’ αυτό έκλαιγαν γοερά. Τα καυτά τους δάκρυα πότιζαν την άνυδρη γη και οι σπαραχτικές κραυγές τους έσπαζαν την ηρεμία της έξω του παραδείσου ερήμου.

Όμως δυστυχώς ο θρήνος των πρωτοπλάστων δεν ήταν αποτέλεσμα μεταμέλειας για την ανυπακοή και την ανταρσία τους κατά του Θεού. Δεν ήταν πράξη μετάνοιας και αίτημα συγνώμης προς το Θεό, αλλά ωφελιμιστικός σπαραγμός. Δε θρηνούσαν για τη χαμένη αθωότητα και αγιότητα, αλλά για τη χαμένη υλική ευμάρεια του παραδείσου. Ούτε ένας λόγος μετάνοιας δεν ακούστηκε από τα χείλη τους! Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας λένε πως αν εκείνη την τραγική στιγμή οι προπάτορές μας μετανοούσαν ειλικρινά και ζητούσαν ταπεινά συγνώμη από τον απόλυτα φιλάνθρωπο Θεό, θα είχαν αποκατασταθεί στην πρότερη της πτώσεως κατάστασή τους.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ϛ´ 14 – 21 (Εὐαγγέλιον – Αρχαίο κείμενο)
14 Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· 15 ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν. 16 Ὅταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί, ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ἀπέχουσιν τὸν μισθὸν αὐτῶν. 17 σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, 18 ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ· καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. 19 Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσιν καὶ κλέπτουσιν· 20 θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· 21 ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν.

ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ϛ´ 14 – 21 (Εὐαγγέλιον – Ερμηνευτική απόδοση Ι. Θ. Κολιτσάρα)
14 Πρέπει δε να έχετε υπ’ όψιν σας ότι, αν και σεις συγχωρήτε με όλην σας την καρδιά τα αμαρτήματα που έκαμαν εις σας οι άλλοι, και ο Πατήρ σας ο ουράνιος θα συγχωρήση τα ιδικά σας αμαρτήματα. 15 Εάν όμως δεν δώσετε συγχώρησιν στους ανθρώπους δια τα αμαρτήματά των, τότε ούτε ο Πατήρ σας θα συγχωρήση τας ιδικά σας αμαρτίας. 16 Οταν δε νηστεύητε, μη γίνεσθε όπως οι υποκριταί, σκυθρωποί και κατηφείς, διότι αυτοί αλλοιώνουν και μαραίνουν το πρόσωπόν των, παίρνουν την εμφάνισιν αδυνατισμένου ανθρώπου, δια να φανούν στους άλλους ότι νηστεύουν· αληθινά σας λέγω ότι απολαμβάνουν ολόκληρον τον μισθόν των,δηλαδή τους επαίνους των ανθρώπων. 17 Συ όμως, όταν νηστεύης, περιποιήσου την κόμην σου και νίψε το πρόσωπόν σου, όπως συνηθίζεις. 18 Δια να μη φανής στους ανθρώπους ότι νηστεύεις, αλλά στον Πατέρα σου τον επουράνιον, ο οποίος ευρίσκεται αόρατος παντού και εις τα πλέον απόκρυφα μέρη. Και ο Πατήρ σου, που βλέπει και τα κρυπτά, θα σου αποδώση εις τα φανερά την αμοιβήν σου. 19 Μη συσσωρεύετε δια τον εαυτόν σας θησαυρούς έδω εις την γην, όπου ο σκόρος και η αποσύνθεσις καταστρέφουν και αφανίζουν, και όπου οι κλέπται διατρυπούν τοίχους και χρηματοκιβώτια και κλέπτουν. 20 Να θησαυρίζετε όμως δια τον εαυτόν σας και να αποταμιεύετε θησαυρούς στον ουρανόν, όπου ούτε ο σκόρος ούτε η σαπίλα αφανίζουν, και όπου οι κλέπται δεν τρυπούν τοίχους και δεν κλέπτουν. 21 Διότι, όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδία σας (Εις τον ουρανόν ο θησαυρός σας, στον ουρανόν και η καρδία σας).

kyriakityrinis
Ἐγώ τίς εἰμι;

Εἶπε κάποτε ὁ Ἀββᾶς Ποιμὴν σὲ ἕνα ὑποτακτικό του, ὅπως τὸ Γεροντικὸ διηγεῖται: «Εἰ θέλεις εὑρεῖν ἀνάπαυσιν καὶ ὧδε καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, ἐπὶ παντὶ πράγματι λέγε• Ἐγὼ τίς εἶμι• καὶ μὴ κρίνῃς τινά». Ἐὰν θέλεις νὰ ἔχεις ψυχικὴ εἰρήνη καὶ ἀνάπαυση τόσο ἐδῶ στὴ γῆ, ὅσο καὶ στὸν μέλλοντα αἰῶνα, νὰ θέσεις τὸ ἐρώτημα στὸν ἑαυτό σου μὲ ταπείνωση ἀπογεύγοντας τὴν κατάκριση: Ἐγὼ ποιός εἶμαι; Πῶς μπορῶ ἐγώ, ὁ ἔσχατος τῶν ἀνθρώπων, τὸ σκύβαλο τοῦ κόσμου, νὰ κρίνω καὶ νὰ κατακρίνω τὸν ἀδελφό μου; Πῶς μπορῶ ἐγώ ποὺ εἶμαι γῆ καὶ σποδός, ποὺ λέω ὅτι ἔχω τὸ «γνῶθι σαυτόν», ποὺ γνωρίζω τὶς πτώσεις καὶ τὴν ἁμαρτωλότητά μου, νὰ κατακρίνω αὐτοὺς ποὺ πειράχθηκαν ἢ πειράζονται ἀπὸ τὸν πονηρὸ ἀντὶ νὰ κλείνω τὰ μάτια καὶ νὰ κατεβάζω τὸ κεφάλι, γιὰ νὰ μὴ βλέπω τὶς ἀδύνατες στιγμὲς τῶν ἄλλων;

Τὸ ἴδιο ἐρώτημα τοῦ Ἀββᾶ Ποιμένος ἀπευθύνει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ ἐμᾶς, ὅπως ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀναγνωσμα, ποὺ κατακρίνουμε τοὺς ἄλλους λέγοντας: «Σὺ τίς εἶ  ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην;» (Ῥωμ. ιδ΄ 4). Ποιὸς εἶσαι ἐσὺ ποὺ κατακρίνεις ξένο δοῦλο, ξένο ὑπηρέτη; Τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως, νὰ μὴν τὸ λησμονοῦμε, ἀνήκει ἀποκλειστικὰ  καὶ μόνο στὸ Θεό μας. Αὐτὸς εἶναι ὁ Νομοθέτης, Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ Κριτής! Ὁ οὐράνιος Πατέρας «τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ υἱῷ» (Ἰωάν. ε΄ 22), δηλαδὴ τὸ ἔργο τοῦ κριτῆ τῆς οἰκουμένης παρέδωσε ὁ Θεὸς Πατέρας στὸν Υἱό του ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος. Μόνον ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἔχει τὴν ἐξουσία νὰ κρίνει. Ποιὸς εἶσαι ἐσύ, λοιπόν, ἀδελφέ μου, ποὺ προτρέχεις καὶ ἁρπάζεις ἐξουσία ποὺ δὲν σοῦ ἀνήκει; Πῶς τολμᾶς καὶ κατακρίνεις τὸν ἀδελφό σου; Αὐτὸς εἶναι πλάσμα τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ Ἐσύ, εἶναι δοῦλος τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ Ἐσύ! Δὲν εἶναι δοῦλος δικός σου· δὲν εἶναι ὑπηρέτης σου· δὲν εἶναι  ὑπάλληλός σου, καὶ γι’ αὐτὸ μόνο ὁ Θεὸς ἔχει δικαίωμα νὰ τὸν ἐλέγξει καὶ νὰ τὸν κρίνει γιὰ τὰ πεπραγμένα του.

Μόνο Αὐτός, ἄλλωστε, μπορεῖ νὰ κρίνει ἀδέκαστα, τέλεια καὶ ἀντικειμενικά, γιατὶ μόνον Αὐτὸς  γνωρίζει τόσο τὶς ἐνέργειες ὅλων μας ὅσο καὶ τὰ κίνητρα ποὺ μᾶς ὤθησαν σὲ αὐτές. Ἐμεῖς κρίνουμε χωρὶς νὰ γνωρίζουμε τὶς συνθῆκες κάτω ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐνήργησαν οἱ κρινόμενοι ἀδελφοί μας καί, τὸ σπουδαιότερο, χωρὶς νὰ γνωρίζουμε ἂν τυχὸν ἐκεῖνοι  ἔχουν μετανοήσει γιὰ τὰ τυχὸν σφάλματά τους, τὰ ὁποῖα ἐμεῖς ἀτυχῶς βλέπουμε καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα, χωρὶς νὰ πρέπει, τοὺς κατακρίνουμε. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὅμως ὄχι μόνο τοὺς ἀδικοῦμε κατάφορα, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι φορτωνόμαστε μὲ τὸ βαρὺ καὶ ἀσήκωτο φορτίο τῆς κατακρίσεως καὶ τῆς ἀντιποιήσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τοῦ μόνου δικαιοκρίτη μας Κυρίου.
Τὸ πάθος, δυστυχῶς, τῆς κατακρίσεως, ποὺ μᾶς κατατρύχει,  ἀδελφοί μου, εἶναι ὀλέθριο, ἀφοῦ αὐτὸ ἐξορίζει τὴν ἀγάπη ἀπὸ τὴ ζωή μας,  πυροδοτεῖ τὸ μίσος καὶ τὸν φθόνο ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν μας καὶ πλήττει καίρια τὶς σχέσεις μας μαζί τους. Τὸ πάθος αὐτὸ εἶναι ἕνας ὁδοδείκτης ποὺ μᾶς δείχνει τὸ συνομότερο δρόμο γιὰ τὴν κόλαση. Καὶ μὴν κοροϊδεύουμε τοὺς ἑαυτούς μας ὀνομάζοντας πολλὲς φορὲς τὸ πάθος αὐτὸ ἀθῶο. Δὲν ὑπάρχει ἀθώα κατάκριση, ἀφοῦ αὐτὴ κλονίζει τὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ πληγώνει καὶ ἐξουθενώνει πολλὲς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις μέχρι θανάτου. Ὁ ἱερὸς  Χρυσόστομος λέει ὅτι αὐτοὶ ποὺ κατακρίνουν, ἀκόμη καὶ ἂν σωφρονοῦν καὶ νηστεύουν, στὴν πραγματικότητα ἔχουν καταργήσει καὶ τὴ σύνεση καὶ τὴ νηστεία, διότι μὲ τὴν κατάκριση ἁμαρτάνουν τρώγοντας τὶς σάρκες τῶν ἀδελφῶν τους.

Σὰν ὁδοδείκτης πρὸς τὴν κόλαση ἡ κατάκριση μᾶς ὁδηγεῖ μὲ μαθηματικὴ ἀκρίβεια στὴν αἰώνια καταδίκη μας. Ὁ Κύριός μας τὸ εἶπε σαφῶς: «Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε», (Ματθ. ζ΄ 1). Βέβαια ὅταν λέει «μὴ κρίνετε», δὲν μᾶς ἀρνεῖται τὸ δικαίωμα νὰ κρίνουμε καὶ νὰ ἐκφέρουμε γνώμη, νὰ ἀξιολογοῦμε πρόσωπα καὶ καταστάσεις καὶ νὰ ρυθμίζουμε ἀναλόγως τὴν πορεία μας.

Ἔχουμε δικαίωμα ὡς ἐλεύθεροι ἄνθρωποι νὰ σκεπτόμαστε καὶ νὰ κρίνουμε, ὄχι ὅμως νὰ δικάζουμε καὶ νὰ καταδικάζουμε τοὺς ἄλλους, γιατὶ μὲ τὸ ἴδιο μέτρο ποὺ ἐμεῖς κρίνουμε τοὺς ἄλλους θὰ κριθοῦμε κι ἐμεῖς ἀπὸ τὸν Θεό ποὺ μᾶς εἶπε: «Ἐν ᾧ γὰρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ΄ 2). Ἂν λοιπὸν ἀντιποιούμενοι τὸν Δικαστὴ Κύριο καταδικάζουμε τοὺς γύρω μας, θὰ καταδικαστοῦμε κι ἐμεῖς ἀπὸ Αὐτόν, διότι κατακρίνοντας τοὺς ἄλλους οὐσιαστικὰ ὑπογράφουμε τὴ δική μας καταδίκη!

Δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία στὴ γνωστὴ εὐχὴ τοῦ Ἁγίου Ἐφραίμ, τοῦ Σύρου, «Κύριε καὶ Δέσποτα τῆς ζωῆς μου…», περιλαμβάνει καὶ εἰδικὸ αἴτημα, γιὰ φωτισμὸ Θεοῦ, ὥστε  «ὁρᾶν τὰ ἐμὰ πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου», δηλαδὴ νὰ βλέπω τὰ δικά μου ἁμαρτήματα καὶ νὰ μὴν κατακρίνω τὸν ἀδελφό μου.
Τί, ὅμως, εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς ὠθεῖ στὴν κατάκριση; Εἶναι τὸ ἔλλειμμα τῆς ἀγάπης, ἀδελφοί μου, πρὸς τοὺς γύρω μας ποὺ μαζὶ μὲ τὸ ἐγωϊστικό μας φρόνημα δημιουργεῖ τὶς ἰδανικὲς συνθῆκες γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ μικροβίου τῆς κατακρίσεως, αὐτῆς ποὺ μᾶς κάνει νὰ ἀσθενοῦμε ψυχικὰ καὶ σωματικά.
* Κατακρίνουμε γιατὶ θεωροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας αὐθεντίες, ποὺ ὅ,τι κάνουμε εἶναι ὀρθό, θεάρεστο καὶ δίκαιο, ἐνῶ ὅ,τι κάνουν οἱ ἄλλοι εἶμαι μεμπτό, ἁμαρτωλό, ἄδικο.

* Κατακρίνουμε γιατὶ ἡ ὑπεροψία μᾶς τυφλώνει καὶ ἐνῶ εἴμαστε σκουλήκια καὶ ὀφείλουμε νὰ νοιώθουμε «ἄχθος ἀρούρης», βλέπουμε τοὺς ἄλλους σὰν μερμήγκια μπροστά μας καὶ ὄχι σὰν ἴσους ἀδελφούς, ποὺ ἔχουν τὰ ἴδια δικαιώματα στὴ ζωὴ μὲ ἐμᾶς καὶ τὴν ἴδια πίστη γιὰ τὴν αἰώνια ἀνάπαυση.
* Κατακρίνουμε γιατί, ἐνῶ δικαιολογοῦμε τὰ πάντα στοὺς ἑαυτούς μας παραμένουμε αὐστηροὶ κριτὲς τῶν ἄλλων παραθεωροῦντες τὴν ἐπιείκεια ποὺ μᾶς διδάσκει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.
* Κατακρίνουμε γιατὶ βάζουμε δεύτερους λογισμοὺς στὴν συμπεριφορὰ τῶν ἄλλων προσπαθώντας νὰ διεισδύσουμε στὰ ἄδυτα τῶν καρδιῶν τους καὶ θεωροῦντες ὅτι ἐπέχουμε ἐμεῖς θέση Θεοῦ, τοῦ «ἐτάζοντος καρδίας καὶ νεφρούς» (Ἀποκ. β΄ 23).
* Κατακρίνουμε γιατὶ δὲν ἔχουμε διάθεση νὰ σκεπάσουμε τὶς ἀδυναμίες τῶν ἄλλων, ἐνῶ σκεπάζουμε ὅλες τὶς ἀδυναμίες καὶ ἀτέλειες τὶς δικές μας.
* Κατακρίνουμε γιατὶ φλυαροῦμε, περιττολογοῦμε, ἀργολογοῦμε καὶ δὲν οἰκονομοῦμε τὸ χρόνο τῆς ζωῆς μας ἐφαρμόζοντας τὰ λόγια τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου, τοῦ Δομβοΐτου, γιὰ τὶς συναναστροφές μας «Ὠφελοῦ ἢ ὠφέλει, ἢ φεῦγε».
* Κατακρίνουμε γιατὶ λησμονοῦμε ὅτι μὲ ὅποιο μέτρο κρίνουμε τοὺς ἄλλους μὲ τὸ ἴδιο μέτρο θὰ κριθοῦμε καὶ ἐμεῖς ἀπὸ τὸν Κύριο ποὺ μᾶς τὸ τόνισε αὐτό.

Ἂς θυμηθοῦμε ἐδῶ τὸν Ὅσιο Ἁγιορείτη Γέροντα Τύχωνα, ὁ ὁποῖος ἀπέφευγε ἐπιμελῶς τὴν κατάκριση μὲ ἕναν ἀγαθὸ λογισμό. Ἔτσι, ὅταν κάποτε ἔστελνε τοὺς παραγυιούς του στὶς Καρυές, τοὺς συνόδευε γιὰ ἕνα περίπου χιλιόμετρο, μέχρι νὰ περάσουν ἀπὸ τὸ γειτονικὸ Καλύβι ἑνὸς Ρώσου ἱερέα. Ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἦταν λίγο εὐτραφής, γιὰ νὰ μὴν πέσουν στὴν κατάκριση οἱ νέοι μοναχοὶ μόνο ἀπὸ τὴν ἐξωτερική του ἐμφάνιση , ὅταν τὸν συναντοῦσαν, τοὺς συμβούλευε πατρικά: “Ὅταν δεῖτε τὸν Παππούλη, νὰ λέτε: “Αὐτὸς εἶναι ἅγιος ἄνθρωπος, τὴν εὐχή του νὰ ἔχουμε” καὶ νὰ σκύψετε νὰ τοῦ φιλήσετε τὸ χέρι”. Μὲ αὐτὸ τὸν καλὸ λογισμὸ ποὺ περιέχει ταπείνωση καὶ ἀγάπη ἡ κατάκριση  καὶ στὴν προκειμένη περίπτωση ἡ ἱεροκατάριση φυγαδεύεται.
Μήπως τὰ ἴδια δὲν μᾶς δίδασκε καὶ ὁ Ὅσιος Βιτάλιος, ὁ ὁποῖος ἔκανε ποιμαντικὴ στὶς γυναῖκες ἐλευθερίων ἠθῶν τῆς Ἀλεξάνδρειας, λέγοντας: «Μὴ κρίνετε πρὸς καιροῦ, ἕως νὰ ἔλθῃ ὁ δίκαιος ἁπάντων Κριτής».

Ὁ ἀκατάκριτος ἐπίσης Ἅγιος Ἰωάννης, ὁ Ἐλεήμων, ἔλεγε ὅτι δὲν γνωρίζουμε τὰ μύχια τῶν καρδιῶν, οὔτε τὴν κρυφὴ  μετάνοια τῶν ἀνθρώπων. Εἴμαστε ὑποκριτὲς κατὰ τὸ λόγια τοῦ Κυρίου μας. Βλέπουμε τὴν πτώση τῶν ἄλλων καὶ ὄχι τὴν ἀνόρθωσή τους. Βλέπουμε τὸ καρφὶ στὸ μάτι τῶν ἄλλων καὶ δὲν βλέπουμε τὸ δοκάρι στὸ μάτι τὸ δικό μας. (Ματθ. ζ΄ 2).
Ἀμέτοχος κατακρίσεως ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἄνθρωπος τῆς ἐνεργοῦ ἀγάπης, ὄντως κεχαριτωμένος, ὑπῆρξεν, ἀδελφοί μου, καὶ ὁ μακαριστὸς Γέροντας Γαβριήλ, ὁ Καθηγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα, ὁ πνευματικὸς καθοδηγητὴς πλήθους πιστῶν, τοῦ ὁποίου σήμερον τελοῦμε τὸ τρίμηνο μνημόσυνο ἀπὸ τῆς ἐκδημίας πρὸς Κύριον. Ὁ Γέροντας μᾶς δίδασκε τόσο μὲ τὰ λόγια του ὅσο καὶ μὲ τὴ συμπεριφορά του. Ἔλεγε: «Μὴν βλέπετε καὶ μὴν κρίνετε τὶς καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ νὰ βλέπει ἕκαστος τὴν ψυχή του καὶ τὸ καθῆκον του ἔναντι τοῦ Θεοῦ. Ὅλα στὸν κόσμον ἔρχονται καὶ ἀλλάζουν κι’ ὅλα ἐδῶ παραμένουν, ἐνῶ ἐμεῖς ἀπερχόμεθα σὲ κρίση καὶ αἰώνιο προορισμό. Πρέπει νὰ κρατήσουμε ζεστὴ τὴν πίστη μας καὶ τὴν ἐλπίδα μας βεβαία, γιὰ νὰ δώσουμε καὶ στοὺς ἄλλους ἀγάπη ἀνυπόκριτη καὶ εἰλικρινῆ».

Ὁ Γέροντας Γαβριήλ, εἶχε τὸ χάρισμα τῆς ἀνιδιοτελοῦς προσφορᾶς, τῆς συμπόνοιας, τῆς πατρότητας, τῆς διακριτικῆς διδασκαλίας καὶ τῆς τηρήσεως τοῦ Εὐαγγελικοῦ νόμου χωρὶς ἐκπτώσεις ἢ παρεκλίσεις ἀπὸ τὰ πατρῶα δόγματα, ἀλλὰ μὲ τέτοια χάρη, ποὺ ὁ καθένας μας ἔφευγε ἀπὸ κοντά του ἀλαφρωμένος καὶ χαρούμενος. Εἶχε ὁ Γέροντας τὴ δυνατότητα νὰ διαχωρίζει τὸ γνήσιο ἀπὸ τὸ κάλπικο. Μὲ τὸ κόσκινο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς θεοφιλοῦς γνώσεώς του χώριζε τὴν ἤρα ἀπὸ τὸ σιτάρι καὶ μᾶς ἔδινε νὰ φᾶμε τὸ καθαρό, τὸ ὠφέλιμο, τὸ θρεπτικό. Τὴν κατάκριση θεωροῦσε ἰδιαίτερα μεγάλη ἁμαρτία καὶ μᾶς ἀπέτρεπε ἀπὸ τὸ νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὰ ἐλαττώματα καὶ μὲ τὶς παραβάσεις τῶν ἄλλων ἀνθρώπων! Δὲν ἔχουμε καμιὰ δουλειὰ ἐμεῖς, ἔλεγε, νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τοὺς ἄλλους. Ὁ καθένας ὅ,τι κάνει τὸ κάνει γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἐμεῖς ὀφείλουμε μόνο ὅ,τι βλέπουμε καὶ ὅ,τι ἀκοῦμε νὰ τὰ συγχωροῦμε καὶ μὲ τὴν ἀγάπη μας νὰ προσπαθοῦμε νὰ βοηθοῦμε τοὺς γύρω μας  ὅσο ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις μας. Ὀφείλουμε νὰ γίνουμε πτωχοὶ σὲ κατάκριση, γιὰ νὰ γίνουμε πλούσιοι σὲ ἀρετές. Νὰ διώχνουμε ἀπὸ κοντά μας τὸν πειρασμό, τὸ δαιμόνιο τῆς κατακρίσεως ποὺ εἶναι πλούσιο σὲ δολιότητα, σὲ κακία καὶ σὲ διαφθορά, ἀλλὰ πάμπτωχο σὲ φιλάνθρωπα αἰσθήματα. Τὴν κατάκριση καὶ τὸν ψιθυρισμὸ θεωροῦσε ὁ Γέροντας μολυσματικὴ ἀσθένεια καὶ τὸν μολυσμένο ἀπὸ αὐτὴ ἄνθρωπο μισητὸ ἀπὸ τὸ Θεὸ τῆς ἀγάπης θυμίζοντάς μας τὰ λόγια τοῦ σοφοῦ Σειραχίδη: «Μολύνει τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ὁ ψιθυρίζων καὶ ἐν παροικήσει μισηθήσεται» (Σοφ. Σειρ. κα’ 28).  Θὰ εἴμαστε ἀναπολόγητοι, συνέχιζε, παιδιά μου, ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μας, ὅταν κρίνουμε τοὺς ἄλλους, ἀφοῦ κρίνοντάς τους κατακρίνουμε τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ μέγας Παῦλος  ἔλεγε γιὰ τοὺς κατακριτὲς στοὺς Κορινθίους: «Λογίζῃ, ὦ ἄνθρωπε, ὅτι σὺ ἐκφεύξῃ τὸ κρίμα τοῦ Θεοῦ;» (Ῥωμ. β’ 1-3). Νομίζεις, ἀδελφέ μου, ὅτι ἐσὺ ποὺ κρίνεις χωρὶς συστολὴ τοὺς ἄλλους  θὰ ξεφύγεις  ἀπὸ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ; Ὅλοι θὰ κριθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Δικαιοκρίτη Κυρίου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου «πᾶν γόνυ κάμψει καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται Αὐτῷ» (Ῥωμ. ιδ΄ 3). Ὅταν ἀνοίγουμε τὰ στόματά μας, νὰ τὰ ἀνοίγουμε γιὰ προσευχὴ καὶ ὄχι γιὰ ἀδολεσχία καὶ κατάκριση. Ἀντὶ νὰ κρίνουμε καλύτερα νὰ σιωποῦμε. Νὰ ἔχουμε κλειστὸ στόμα στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀνοικτὸ στὸ Θεό.

Θέτοντας, λοιπόν, ἀδελφοί μου, ὅλοι τὸ ἐρώτημα στὸν ἑαυτό μας: «Τίς εἰμι ἐγώ;» καὶ ἀκολουθοῦντες τὰ ἴχνη τοῦ μακαριστοῦ μας Γέροντος Γαβριήλ, τοῦ ἀκατακρίτου, ἂς ταπεινωθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μας καὶ ἂς δείξουμε ἔμπρακτα τὴν ἀγάπη μας πρὸς τοὺς πλησίον μας ἀποφεύγοντας τὴν κατάκριση καὶ ἑλκύοντας πλούσια ἐπάνω μας τὴν χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἰδιαίτερα τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν ποὺ ἀνοίγεται ἐμπρός μας μὲ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, καὶ μᾶς καλεῖ νὰ ἀγωνισθοῦμε νόμιμα, γιὰ νὰ στεφανωθοῦμε ἐπάξια. Καλὸ καὶ εὐλογημένο στάδιο, ἀδελφοί μου, μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ Ἁγίου Ταμασοῦ, τοῦ πνευματικοῦ τέκνου τοῦ Γέροντος Γαβριήλ, ποὺ μᾶς ἱερούργησε καὶ μᾶς εὐλόγησε  σήμερα, καὶ τοῦ Ἁγίου Κύκκου, στὸν ὁποῖο μὲ χέρι καὶ καρδιὰ ποὺ ἔτρεμε ἀπὸ εὐγνωμοσύνη ἔγραφε λίγο πρὶν κοιμηθεῖ ὁ Γέροντας: «Εὐχαριστίες ἐκφράζω ἐκ βάθους ψυχῆς στὸν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Κύκκου καὶ Τηλλυρίας κ.κ. Νικηφόρο, τὸν Ἄνθρωπο τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης, γιὰ τὴν ἀκένωτη προσφορά του καὶ πρὸς τὴν ἐλαχιστότητά μου. Καὶ μὴ λησμονοῦμε ὅτι ὁ ἀκατάκριτος ἄνθρωπος ἀποφεύγει τὶς σαρκικὲς πτώσεις καὶ τὰ τελώνια μετὰ τὴν βέβαιη ἐκδημία του, ἀφοῦ ὅλοι ὡς θνητοὶ θὰ ἐκδημήσουμε πρὸς Κύριο. Καλὸ καὶ εὐλογημένο στάδιο!

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας, Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας.