Τρίμηνο Μνημόσυνο Γέροντος Γαβριήλ, Καθηγουμένου της Ι.Μ. Aπ. Βαρνάβα

Στὸν κατάμεστο Ναὸ τοῦ Ἁγίου Προκοπίου, τοῦ Μετοχίου Κύκκου, τελέσθηκε σήμερα πάνδημο μνημόσυνο τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Γαβριήλ, Καθηγουμένου τῆς κατεχόμενης Μονῆς τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα.
Ἱερούργησε ὁ Πανιερώτατος Μητροπολίτης Ταμασοῦ κ. Ἡσαΐας, πνευματικὸ τέκνον τοῦ ἐκλιπόντος Γέροντος, συμπροσευχομένου τοῦ Μητροπολίτου Κύκκου καὶ Τηλλυρίας κ. Νικηφόρου.
 Τὸν ἐπίκαιρο λόγο, βασισμένο στὸ Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα, μὲ προεκτάσεις στὸ μακαριστὸ Γέροντα ἐκφώνησε ὁ Καθηγητής, Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας, Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας.
διαχώρητο ἐπεκράτησε μετὰ τὸ πέρας τοῦ μνημοσύνου στὸ κελλὶ τοῦ Γέροντος, ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν καὶ τοῦ εὐσεβοῦς πιστοῦ λαοῦ.

Τὸ κελλί ἀνοίχθηκε γιὰ προσκύνημα μετὰ ἀπὸ εὐπρεπισμὸ τοῦ χώρου μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἁγίου Κύκκου.

Παραθέτουμε τὸ κείμενο τῆς ὁμιλίας
Ἐγώ τίς εἰμι;
Εἶπε κάποτε ὁ Ἀββᾶς Ποιμὴν σὲ ἕνα ὑποτακτικό του, ὅπως τὸ Γεροντικὸ διηγεῖται: Ἐὰν θέλεις νὰ ἔχεις ψυχικὴ εἰρήνη καὶ ἀνάπαυση τόσο ἐδῶ στὴ γῆ, ὅσο καὶ στὸν μέλλοντα αἰῶνα, νὰ θέσεις τὸ ἐρώτημα στὸν ἑαυτό σου μὲ ταπείνωση ἀπογεύγοντας τὴν κατάκριση: Ἐγώ τίς εἰμι; Ἐγὼ ποιός εἶμαι; Πῶς μπορῶ ἐγώ, ὁ ἔσχατος τῶν ἀνθρώπων, τὸ σκύβαλο τοῦ κόσμου, νὰ κρίνω καὶ νὰ κατακρίνω τὸν ἀδελφό μου; Πῶς μπορῶ ἐγώ ποὺ εἶμαι γῆ καὶ σποδός, ποὺ λέω ὅτι ἔχω τὸ «γνῶθι σαυτόν», ποὺ γνωρίζω τὶς πτώσεις καὶ τὴν ἁμαρτωλότητά μου, νὰ κατακρίνω αὐτοὺς ποὺ πειράχθηκαν ἢ πειράζονται ἀπὸ τὸν πονηρὸ ἀντὶ νὰ κλείνω τὰ μάτια καὶ νὰ κατεβάζω τὸ κεφάλι μπροστὰ στὶς ἀδύνατες στιγμὲς τῶν ἄλλων;
Τὸ ἴδιο ἐρώτημα τοῦ Ἀββᾶ Ποιμένος ἀπευθύνει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ ἐμᾶς, ὅπως ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, ποὺ κατακρίνουμε τοὺς ἄλλους λέγοντας: «Σὺ τίς εἶ  ὁ κρίνων ἀλλότριον οἰκέτην;» (Ῥωμ. ιδ΄ 4). Ποιὸς εἶσαι ἐσὺ ποὺ κατακρίνεις ξένο δοῦλο, ξένο ὑπηρέτη; Τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως ἀνήκει ἀποκλειστικὰ  καὶ μόνο στὸ Θεό μας. Αὐτὸς εἶναι ὁ Νομοθέτης, Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ Κριτής! Ὁ οὐράνιος Πατέρας «τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ υἱῷ» (Ἰωάν. ε΄ 22), δηλαδὴ τὸ ἔργο τοῦ κριτῆ τῆς οἰκουμένης παρέδωσε ὁ Θεὸς Πατέρας στὸν Υἱό του ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος. Μόνον ὁ  Χριστός μας ἔχει τὴν ἐξουσία νὰ κρίνει. Ποιὸς εἶσαι ἐσύ, λοιπόν, ἀδελφέ μου, ποὺ προτρέχεις καὶ ἁρπάζεις ἐξουσία ποὺ δὲν σοῦ ἀνήκει; Πῶς τολμᾶς καὶ κατακρίνεις τὸν ἀδελφό σου; Αὐτὸς εἶναι πλάσμα τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ Ἐσύ, εἶναι δοῦλος τοῦ Θεοῦ, ὅπως καὶ Ἐσύ! Δὲν εἶναι δοῦλος δικός σου· δὲν εἶναι ὑπηρέτης σου, καὶ γι’ αὐτὸ μόνο ὁ Θεὸς ἔχει δικαίωμα νὰ τὸν ἐλέγξει καὶ νὰ τὸν κρίνει γιὰ τὰ πεπραγμένα του.
Μόνο Αὐτός, ἄλλωστε, μπορεῖ νὰ κρίνει ἀδέκαστα, τέλεια καὶ ἀντικειμενικά, γιατὶ μόνον Αὐτὸς  γνωρίζει τόσο τὶς ἐνέργειες ὅλων μας ὅσο καὶ τὰ κίνητρα ποὺ μᾶς ὤθησαν σὲ αὐτές. Ἐμεῖς κρίνουμε χωρὶς νὰ γνωρίζουμε τὶς συνθῆκες κάτω ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐνήργησαν αὐτοὶ τοὺς ὁποίους κρίνουμε καί, τὸ σπουδαιότερο, χωρὶς νὰ γνωρίζουμε ἂν τυχὸν ἐκεῖνοι  ἔχουν μετανοήσει γιὰ τὰ τυχὸν σφάλματά τους, τὰ ὁποῖα ἐμεῖς ἀτυχῶς βλέπουμε καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα, χωρὶς νὰ πρέπει, τοὺς κατακρίνουμε. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ ὅμως ὄχι μόνο τοὺς ἀδικοῦμε κατάφορα, ἀλλὰ καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι φορτωνόμαστε μὲ τὸ βαρὺ καὶ ἀσήκωτο φορτίο τῆς κατακρίσεως καὶ τῆς ἀντιποιήσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τοῦ μόνου δικαιοκρίτη μας Κυρίου.
Τὸ πάθος, δυστυχῶς, τῆς κατακρίσεως, ποὺ μᾶς κατατρύχει εἶναι ὀλέθριο, ἀφοῦ αὐτὸ ἐξορίζει τὴν ἀγάπη ἀπὸ τὴ ζωή μας,  πυροδοτεῖ τὸ μίσος καὶ τὸν φθόνο ἐναντίον τῶν ἀδελφῶν μας καὶ πλήττει καίρια τὶς σχέσεις μας μαζί τους. Τὸ πάθος αὐτὸ εἶναι ἕνας ὁδοδείκτης ποὺ μᾶς δείχνει τὸ συνομότερο δρόμο γιὰ τὴν κόλαση, γιατὶ κλονίζει τὶς σχέσεις τῶν ἀνθρώπων καὶ πληγώνει καὶ ἐξουθενώνει πολλὲς ἀνθρώπινες ὑπάρξεις μέχρι θανάτου. Ὁ ἱερὸς  Χρυσόστομος λέει ὅτι αὐτοὶ ποὺ κατακρίνουν, ἀκόμη καὶ ἂν σωφρονοῦν καὶ νηστεύουν, στὴν πραγματικότητα ἔχουν καταργήσει καὶ τὴ σύνεση καὶ τὴ νηστεία, διότι μὲ τὴν κατάκριση ἁμαρτάνουν τρώγοντας τὶς σάρκες τῶν ἀδελφῶν τους.
    Μὲ μαθηματική, λοιπόν, ἀκρίβεια ἡ κατάκριση μᾶς ὁδηγεῖ  στὴν αἰώνια καταδίκη μας. Ὁ Κύριός μας τὸ εἶπε σαφῶς: «Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε», (Ματθ. ζ΄ 1). Βέβαια ὅταν λέει «μὴ κρίνετε», δὲν μᾶς ἀρνεῖται τὸ δικαίωμα νὰ κρίνουμε καὶ νὰ ἐκφέρουμε γνώμη ἢ νὰ ἀξιολογοῦμε πρόσωπα καὶ καταστάσεις.
   Ἔχουμε δικαίωμα ὡς ἐλεύθεροι ἄνθρωποι νὰ σκεπτόμαστε καὶ νὰ κρίνουμε, ὄχι ὅμως νὰ δικάζουμε καὶ νὰ καταδικάζουμε τοὺς ἄλλους, γιατὶ μὲ τὸ ἴδιο μέτρο ποὺ ἐμεῖς κρίνουμε τοὺς ἄλλους θὰ κριθοῦμε κι ἐμεῖς ἀπὸ τὸν Θεό ποὺ μᾶς εἶπε: «Ἐν ᾧ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ζ΄ 2). Ἂν λοιπὸν ἀντιποιούμενοι τὸν Δικαστὴ Κύριο καταδικάζουμε τοὺς γύρω μας, θὰ καταδικαστοῦμε κι ἐμεῖς ἀπὸ Αὐτόν, διότι κατακρίνοντας τοὺς ἄλλους οὐσιαστικὰ ὑπογράφουμε τὴ δική μας καταδίκη!
Τί, ὅμως, εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς ὠθεῖ στὴν κατάκριση; Εἶναι τὸ ἔλλειμμα τῆς ἀγάπης, ἀδελφοί μου, πρὸς τοὺς γύρω μας ποὺ μαζὶ μὲ τὸ ἐγωϊστικό μας φρόνημα δημιουργεῖ τὶς ἰδανικὲς συνθῆκες γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ μικροβίου τῆς κατακρίσεως, αὐτῆς ποὺ μᾶς κάνει νὰ ἀσθενοῦμε ψυχικὰ καὶ σωματικά.
* Κατακρίνουμε γιατὶ θεωροῦμε τοὺς ἑαυτούς μας αὐθεντίες, ποὺ ὅ,τι κάνουμε εἶναι ὀρθό, θεάρεστο καὶ δίκαιο, ἐνῶ ὅ,τι κάνουν οἱ ἄλλοι εἶμαι μεμπτό, ἁμαρτωλό, ἄδικο.
* Κατακρίνουμε γιατὶ ἡ ὑπεροψία μᾶς τυφλώνει καὶ ἐνῶ εἴμαστε σκουλήκια καὶ ὀφείλουμε νὰ νοιώθουμε «ἄχθος ἀρούρης», βλέπουμε τοὺς ἄλλους σὰν μερμήγκια μπροστά μας καὶ ὄχι σὰν ἴσους ἀδελφούς, ποὺ ἔχουν τὰ ἴδια δικαιώματα στὴ ζωὴ μὲ ἐμᾶς καὶ τὴν ἴδια πίστη γιὰ τὴν αἰώνια ἀνάπαυση.
* Κατακρίνουμε γιατί, ἐνῶ δικαιολογοῦμε τὰ πάντα στοὺς ἑαυτούς μας παραμένουμε αὐστηροὶ κριτὲς τῶν ἄλλων παραθεωροῦντες τὴν ἐπιείκεια ποὺ μᾶς διδάσκει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος.
* Κατακρίνουμε γιατὶ βάζουμε δεύτερους λογισμοὺς στὴν συμπεριφορὰ τῶν ἄλλων πρὸς ἐμᾶς προσπαθώντας νὰ διεισδύσουμε στὰ ἄδυτα τῶν καρδιῶν τους καὶ θεωροῦντες ὅτι ἐπέχουμε ἐμεῖς θέση Θεοῦ, τοῦ «ἐτάζοντος καρδίας καὶ νεφρούς» (Ἀποκ. β΄ 23).
* Κατακρίνουμε γιατὶ δὲν ἔχουμε διάθεση νὰ σκεπάσουμε τὶς ἀδυναμίες τῶν ἄλλων, ἐνῶ σκεπάζουμε ὅλες τὶς ἀδυναμίες καὶ ἀτέλειες τὶς δικές μας.
* Κατακρίνουμε γιατὶ φλυαροῦμε, περιττολογοῦμε, ἀργολογοῦμε καὶ δὲν οἰκονομοῦμε τὸ χρόνο τῆς ζωῆς μας ἐφαρμόζοντας τὰ λόγια τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου, τοῦ Δομβοΐτου, γιὰ τὶς συναναστροφές μας «Ὠφελοῦ ἢ ὠφέλει, ἢ φεῦγε».
* Κατακρίνουμε γιατὶ λησμονοῦμε ὅτι μὲ ὅποιο μέτρο κρίνουμε τοὺς ἄλλους μὲ τὸ ἴδιο μέτρο θὰ κριθοῦμε καὶ ἐμεῖς ἀπὸ τὸν Κύριο ποὺ μᾶς τὸ τόνισε αὐτό.
Ὁ ἀκατάκριτος Ἅγιος Ἰωάννης, ὁ Ἐλεήμων, ἔλεγε ὅτι δὲν γνωρίζουμε τὰ μύχια τῶν καρδιῶν, οὔτε τὴν κρυφὴ  μετάνοια τῶν ἀνθρώπων, γι’ αὐτὸ νὰ μὴν γινόμαστε ὑποκριτὲς βλέποντας μόνο τὴν πτώση τῶν ἄλλων καὶ ὄχι τὴν ἀνόρθωσή τους, ἢ τὸ καρφὶ στὸ μάτι τῶν ἄλλων χωρὶς νὰ βλέπουμε τὸ δοκάρι στὸ μάτι τὸ δικό μας.
Ἀμέτοχος κατακρίσεως ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἄνθρωπος τῆς ἐνεργοῦ ἀγάπης, ὄντως κεχαριτωμένος, ὑπῆρξεν, ἀδελφοί μου, καὶ ὁ μακαριστὸς Γέροντας Γαβριήλ, ὁ Καθηγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ἀποστόλου Βαρνάβα, ὁ πνευματικὸς καθοδηγητὴς πλήθους πιστῶν, τοῦ ὁποίου σήμερα πενθηφοροῦντες τελοῦμε τὸ τρίμηνο μνημόσυνο ἀπὸ τῆς ἐκδημίας πρὸς Κύριον. Ὁ Γέροντας μᾶς δίδασκε τόσο μὲ τὰ λόγια του ὅσο καὶ μὲ τὴ συμπεριφορά του. Ἔλεγε: «Μὴν βλέπετε καὶ μὴν κρίνετε τὶς καταστάσεις τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ νὰ βλέπει ἕκαστος τὴν ψυχή του καὶ τὸ καθῆκον του ἔναντι τοῦ Θεοῦ. Ὅλα στὸν κόσμο ἔρχονται καὶ ἀλλάζουν κι’ ὅλα ἐδῶ παραμένουν, ἐνῶ ἐμεῖς ἀπερχόμεθα σὲ κρίση καὶ αἰώνιο προορισμό. Πρέπει νὰ κρατοῦμε ζεστὴ τὴν πίστη μας καὶ τὴν ἐλπίδα μας βεβαία, γιὰ νὰ δίνουμε καὶ στοὺς ἄλλους ἀγάπη ἀνυπόκριτη καὶ εἰλικρινῆ».
          Ὁ Γέροντας Γαβριήλ, εἶχε τὸ χάρισμα τῆς ἀνιδιοτελοῦς προσφορᾶς, τῆς συμπόνοιας, τῆς πατρότητας καὶ τῆς διακριτικῆς διδασκαλίας. Εἶχε τὴ δυνατότητα νὰ διαχωρίζει τὸ γνήσιο ἀπὸ τὸ κάλπικο. Μὲ τὸ κόσκινο τῆς ἀγάπης καὶ τῆς θεοφιλοῦς γνώσεώς του χώριζε τὴν ἤρα ἀπὸ τὸ σιτάρι καὶ μᾶς ἔδινε τροφὴ καθαρή, ὠφέλιμη, θρεπτική. Τὴν κατάκριση θεωροῦσε ἰδιαίτερα μεγάλη ἁμαρτία καὶ μᾶς ἀπέτρεπε ἀπὸ τὸ νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὰ ἐλαττώματα καὶ μὲ τὶς παραβάσεις τῶν ἄλλων ἀνθρώπων! Ὁ καθένας ὅ,τι κάνει τὸ κάνει γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἔλεγε. Ἐμεῖς ὀφείλουμε ὅ,τι βλέπουμε καὶ ὅ,τι ἀκοῦμε νὰ τὸ καλύπτουμε μὲ τὴν ἀγάπη μας καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ βοηθοῦμε τοὺς γύρω μας  κατὰ τὸ μέτρο τῶν δυνάμεών μας. Ὀφείλουμε νὰ γίνουμε πτωχοὶ σὲ κατάκριση, γιὰ νὰ γίνουμε πλούσιοι σὲ ἀρετές. Νὰ διώχνουμε ἀπὸ κοντά μας τὸν πειρασμό, τὸ δαιμόνιο τῆς κατακρίσεως ποὺ εἶναι πλούσιο σὲ δολιότητα, σὲ κακία καὶ σὲ διαφθορά, ἀλλὰ πάμπτωχο σὲ φιλάνθρωπα αἰσθήματα. Θὰ εἴμαστε ἀναπολόγητοι, συνέχιζε, παιδιά μου, ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μας, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου «πᾶν γόνυ κάμψει καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται Αὐτῷ» (Ῥωμ. ιδ΄ 3), ὅταν κρίνουμε τοὺς ἄλλους, ἀφοῦ κρίνοντάς τους κατακρίνουμε τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας. Ὅταν ἀνοίγουμε τὰ στόματά μας, νὰ τὰ ἀνοίγουμε γιὰ προσευχὴ καὶ ὄχι γιὰ ἀδολεσχία καὶ κατάκριση. Ἀντὶ νὰ κρίνουμε καλύτερα νὰ σιωποῦμε. Νὰ ἔχουμε κλειστὸ στόμα στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀνοικτὸ στὸ Θεό.
Θέτοντας, λοιπόν, ἀδελφοί μου, ὅλοι τὸ ἐρώτημα στὸν ἑαυτό μας: «Τίς εἰμι ἐγώ;» καὶ ἀκολουθοῦντες τὰ ἴχνη τοῦ μακαριστοῦ μας Γέροντος Γαβριήλ, τοῦ ἀκατακρίτου, ἂς ταπεινωθοῦμε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου μας καὶ ἂς δείξουμε ἔμπρακτα τὴν ἀγάπη μας πρὸς τοὺς πλησίον μας ἀποφεύγοντας τὴν κατάκριση καὶ ἑλκύοντας πλούσια ἐπάνω μας τὴν χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ἰδιαίτερα τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν ποὺ ἀνοίγεται ἐμπρός μας μὲ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, καὶ μᾶς καλεῖ νὰ ἀγωνισθοῦμε νόμιμα, γιὰ νὰ στεφανωθοῦμε ἐπάξια. Καλὸ καὶ εὐλογημένο στάδιο, ἀδελφοί μου, μὲ τὶς εὐχὲς τοῦ Ἁγίου Ταμασοῦ, τοῦ πνευματικοῦ τέκνου τοῦ Γέροντος Γαβριήλ, ποὺ μᾶς ἱερούργησε καὶ μᾶς εὐλόγησε  σήμερα, καὶ τοῦ Ἁγίου Κύκκου, στὸν ὁποῖο μὲ χέρι καὶ καρδιὰ ποὺ ἔτρεμε ἀπὸ εὐγνωμοσύνη ἔγραφε λίγο πρὶν κοιμηθεῖ ὁ Γέροντας: «Εὐχαριστίες ἐκφράζω ἐκ βάθους ψυχῆς στὸν Πανιερώτατο Μητροπολίτη Κύκκου καὶ Τηλλυρίας κ.κ. Νικηφόρο, τὸν Ἄνθρωπο τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης, γιὰ τὴν ἀκένωτη προσφορά του καὶ πρὸς τὴν ἐλαχιστότητά μου. Καὶ μὴ λησμονοῦμε ὅτι ὁ ἀκατάκριτος ἄνθρωπος ἀποφεύγει τὶς  πτώσεις καὶ τὰ τελώνια μετὰ τὴν βέβαιη ἐκδημία του, ἀφοῦ ὅλοι ὡς θνητοὶ θὰ ἐκδημήσουμε πρὸς Κύριον. Καλὸ καὶ εὐλογημένο στάδιο!
 
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας,
Μέγας Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας.