Α΄ Κυριακή των Νηστειών, Κυριακή της Ορθοδοξίας, Άμεση Μετάδοση Θείας Λειτουργίας Μετόχιο Ι. Μ. Κύκκου, Άγιος Προκόπιος – Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Η αγία αυτή ημέρα είναι ξεχωριστή, διότι παρά το κατανυκτικό κλίμα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, εορτάζει λαμπρά η Ορθοδοξία μας, η αληθινή Εκκλησία του Χριστού. Ποιούμε ανάμνηση του κορυφαίου γεγονότος της εκκλησιαστικής μας ιστορίας, της αναστηλώσεως των ιερών εικόνων, το οποίο επισυνέβη το 843 μ.Χ. στο Βυζάντιο, χάρις στην αποφασιστική συμβολή της βασιλίσσης και μετέπειτα αγίας Θεοδώρας, συζύγου του αυτοκράτορα Θεοφίλου (840 – 843 μ.Χ.).
Αναφερόμαστε στη μεγάλη εικονομαχική έριδα, η οποία συντάραξε κυριολεκτικά την Εκκλησία μας για περισσότερα από εκατό χρόνια. Το 726 μ.Χ. ο αυτοκράτωρ Λέων ο Γ’ ο Ίσαυρος (717 – 741 μ.Χ.) αποφάσισε να επιφέρει στο κράτος ριζικές μεταρρυθμίσεις. Μια από αυτές ήταν η απαγόρευση προσκύνησης των ιερών εικόνων, επειδή, παίρνοντας αφορμή από ορισμένα ακραία φαινόμενα εικονολατρίας, πίστευε πως η χριστιανική πίστη παρέκλινε στην ειδωλολατρία. Στην ουσία όμως εξέφραζε δικές του ανεικονικές απόψεις, οι οποίες ήταν βαθύτατα επηρεασμένες από την ανεικονική ιουδαϊκή και ισλαμική πίστη. Η αναταραχή ήταν αφάνταστη. Η αυτοκρατορία χωρίστηκε σε δύο φοβερά αντιμαχόμενες ομάδες, τους εικονομάχους και τους εικονολάτρες. Οι διώξεις φοβερές. Μεγάλες πατερικές μορφές ανάλαβαν να υπερασπίσουν την ορθόδοξη πίστη. Στα 787 μ.Χ. συγκλήθηκε η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία διατύπωσε με ακρίβεια την οφειλόμενη τιμή στις ιερές εικόνες. Σε αυτή επίσης διευκρινίστηκαν και άλλα δυσνόητα σημεία της χριστιανικής πίστεως, έτσι ώστε να έχουμε πλήρη αποκρυστάλλωση του ορθοδόξου δόγματος και να ομιλούμε για θρίαμβο της Ορθοδοξίας μας.
b8aef-anasitlosis-eikonon[1]
Η εικόνα στην Ορθοδοξία μας δεν αποτελεί αντικείμενο λατρείας, αλλά λειτουργεί αποκλειστικά ως μέσον τιμής του εικονιζόμενου προσώπου. Ακόμα και ο Χριστός μπορεί να εικονισθεί, διότι έγινε άνθρωπος. Μάλιστα όποιος αρνείται τον εικονισμό του Χριστού αρνείται ουσιαστικά την ανθρώπινη φύση Του! Οι μεγάλοι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, που αναδείχθηκαν μέσα από τη λαίλαπα της εικονομαχίας, διατύπωσαν το ορθόδοξο δόγμα με προσοχή και ευλάβεια. Η προσκύνηση της ιερής εικόνας του Χριστού και των άλλων ιερών προσώπων του Χριστιανισμού δεν είναι ειδωλολατρία, όπως κατηγορούνταν από τους εικονομάχους, διότι η τιμή δεν απευθύνεται στην ύλη, αλλά στο εικονιζόμενο πρόσωπο, καθότι «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει» (Μ.Βασίλειος P . G . 32,149) και «Προσκυνούμεν δε ταις εικόσιν ου τη ύλη προσφέροντες την προσκύνησιν, αλλά δι΄αυτών τοις εν αυταίς εικονιζομένοις» (Ι. Δαμασκ. P . G .94 1356). Η ευλογία και η χάρη που λαμβάνει ο πιστός από την προσκύνηση των ιερών εικόνων δίνεται από το ζωντανό ιερό πρόσωπο και όχι από την ύλη της εικόνας.
Η εικόνα έχει τεράστια ποιμαντική χρησιμότητα. Μια εικόνα, σύμφωνα με γλωσσική έκφραση, αξίζει περισσότερο από χίλιες λέξεις. Αυτό σημαίνει ότι μέσω της εκκλησιαστικής εικονογραφίας οι πιστοί βοηθούνται να αναχθούν στις υψηλές πνευματικές θεωρίες και στο θείον.
Βεβαίως η ηρεμία δεν αποκαταστάθηκε, διότι εξακολουθούσαν να βασιλεύουν εικονομάχοι αυτοκράτορες. Στα 843 η ευσεβής αυτοκράτειρα Θεοδώρα, επίτροπος του ανήλικου γιου της Μιχαήλ του Γ΄, έθεσε τέρμα στην εικονομαχική έριδα και συνετέλεσε στο θρίαμβο της Ορθοδοξίας.
Οι Πατέρες όρισαν να εορτάζεται ο θρίαμβος του ορθοδόξου δόγματος την πρώτη Κυριακή των Νηστειών για να δείξει στους πιστούς πως ο πνευματικός μας αγώνας θα πρέπει να συνδυάζεται με την ορθή πίστη για να είναι πραγματικά αποτελεσματικός. Νηστεία και ασκητική ζωή έχουν και άλλες αιρέσεις ή θρησκείες, και μάλιστα με πολύ αυστηρότερους κανόνες άσκησης. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να σωθούν και να ενωθούν με το Θεό. Η σωτηρία είναι συνώνυμη με την αλήθεια, αντίθετα η πλάνη και το ψεύδος οδηγούν σε αδιέξοδα και εν τέλει στην απώλεια.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

Ιωαν. α’ 44-52 (Εὐαγγέλιον – Αρχαίο κείμενο)
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τήν Γαλιλαίαν˙ καί εὑρίσκει Φίλιππον, καί λέγει αὐτῷ˙ Ἀκολούθει μοι. Ἦν δέ ὁ Φίλιππος ἀπό Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καί Πέτρου. Εὑρίσκει Φίλιππος τόν Ναθαναήλ, καί λέγει αὐτῷ˙ Ὅν ἔγραψε Μωσῆς ἐν τῷ νόμῳ καί οἱ Προφῆται, εὑρήκαμεν Ἰησοῦν τόν υἱόν τοῦ Ἰωσήφ, τόν ἀπό Ναζαρέτ. Καί εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ˙ Ἐκ Ναζαρέτ δύναταί τι ἀγαθόν εἶναι; Λέγει αὐτῷ Φίλιππος˙ Ἔρχου καί ἴδε˙ Εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τόν Ναθαναήλ ἐρχόμενον πρός αὐτόν, καί λέγει περί αὐτοῦ˙ Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. Λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ˙ Πόθεν με γινώσκεις; Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς, καί εἶπεν αὐτῷ˙ Πρό τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπό τήν συκῆν εἶδόν σε. Ἀπεκρίθη Ναθαναήλ, καί λέγει αὐτῷ˙ Ραββί, σύ εἶ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, σύ εἶ ὁ Βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ. Ἀπεκρίθη Ἰησοῦς, καί εἶπεν αὐτῷ˙ Ὅτι εἶπόν σοι˙ Εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει. Καί λέγει αὐτῷ˙ Ἀμήν ἀμήν λέγω ὑμῖν˙ Ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τόν οὐρανόν ἀνεωγότα, καί τούς Ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας, καί καταβαίνοντας ἐπί τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ
Ιωαν. α’ 44-52 (Εὐαγγέλιον – Ερμηνευτική απόδοση)
Τον καιρό εκείνο  ο Ιησούς αποφάσισε να πάει στη Γαλιλαία. Βρίσκει τότε τον Φίλιππο και του λέει: «Έλα μαζί μου». Ο Φίλιππος καταγόταν από τη Βηθσαϊδά, την πατρίδα του Ανδρέα και του Πέτρου. Βρίσκει ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ και του λέει: «Αυτόν που προανάγγειλε ο Μωυσής στο νόμο, και οι προφήτες, τον βρήκαμε˙ είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ από τη Ναζαρέτ». «Μπορεί από τη Ναζαρέτ να βγει κάτι καλό;» τον ρώτησε ο Ναθαναήλ. «Έλα και δες μόνος σου», του λέει ο Φίλιππος. Ο Ιησούς είδε τον Ναθαναήλ να πλησιάζει και λέγει γι’ αυτόν: «Να ένας γνήσιος Ισραηλίτης, χωρίς δόλο μέσα του». «Από πού με ξέρεις;» τον ρωτάει ο Ναθαναήλ. Κι ο Ιησούς του απάντησε: «Προτού σου πει ο Φίλιππος να ’ρθείς , σε είδα που ήσουν κάτω απ’ τη συκιά». Τότε ο Ναθαναήλ του είπε: «Διδάσκαλε, εσύ είσαι ο Υιός του Θεού, εσύ είσαι ο βασιλιάς του Ισραήλ». Κι ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Επειδή σου είπα πως σε είδα κάτω από τη συκιά, γι’ αυτό πιστεύεις; Θα δεις μεγαλύτερα πράγματα απ’ αυτά». Και του λέει: «Σας βεβαιώνω ότι θα δείτε να έχει ανοίξει ο ουρανός, και οι άγγελοι του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν πάνω στον Υιό του Ανθρώπου.
Άγιοι Τεσσαράκοντα Μάρτυρες
Οι Άγιοι Σαράντα Μάρτυρες
Από τα πλέον ένδοξα θύματα των διωγμών του Χριστιανισμού είναι οι Άγιοι Σαράντα Μάρτυρες της Σεβαστείας. Ήσαν συστρατιώτες, κατάγονταν από διάφορα μέρη, συνυπηρετούσαν στην ίδια στρατιωτική μονάδα κι επί πλέον όλοι ήσαν Χριστιανοί. Μόλις μαθεύτηκε αυτό, ο ηγεμόνας της περιοχής τους κάλεσε να προσφέρουν θυσία στους θεούς. Εκείνοι όμως αρνήθηκαν και με θάρρος ομολόγησαν την χριστιανική τους πίστη. Η άρνησή τους θεωρήθηκε έγκλημα εσχάτης προδοσίας και καταδικάστηκαν να ριχτούν γυμνοί στην παγωμένη λίμνη της Σεβαστείας. Ο Μέγας Βασίλειος στον εγκωμιαστικό του λόγο προς τους Αγίους Τεσσαράκοντα παρουσιάζει τους Αγίους να προτρέπει ο ένας τον άλλον στο μαρτύριο με τα εξής λόγια: «Δριμύς ο χειμών, αλλά γλυκύς ο Παράδεισος». Ο ηγεμόνας πρόσταξε στην άκρη της λίμνης να στήσουν ένα θερμό λουτρό ώστε να γίνεται οδυνηρότερο το μαρτύριο των 40 στρατιωτών. Ένας μόνο δελεάστηκε από το λουτρό κι εγκατέλειψε τον αγώνα. Δεν κατάφερε όμως να ζήσει, γιατί δεν άντεξε στην θέρμη ύστερα από το μεγάλο ψύχος. Τη θέση του την πήρε αμέσως ο δεσμοφύλακας που είδε στον ουρανό αγγέλους με 40 στεφάνια να κατεβαίνουν. Το πρωί τα παγωμένα σώματα των Αγίων ρίχθηκαν στην φωτιά. Ανάμεσά τους ήταν κι ένας στρατιώτης που το πρωί ήταν στη ζωή. Η μητέρα του όμως, για να μην στερηθεί της ουρανίας δόξας, τον παρότρυνε να υπομείνει το τέλος μαζί με τους συστρατιώτες του, όπως κι έγινε. Έτσι όλοι μαζί σαράντα στον αριθμό μπήκαν στην αιώνια απόλαυση του γλυκυτάτου Παραδείσου.