Ετήσιο Μνημόσυνο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου του Γ΄ στην Ιερά Βασιλική και Σταυροπηγιακή Μονή Κύκκου

Κυριακή Η’ Ματθαίου
3 Αυγούστου 2014

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ

Ματθ. ιδ’ 14-22
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἶδεν ὁ  Ἰησοῦς πολύν ὄχλον, καί ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτούς, καί ἐθεράπευσε τούς ἀρρώστους αὐτῶν.  Ὀψίας δέ γενομένης, προσῆλθον αὐτῷ οἱ Μαθηταί αὐτοῦ, λέγοντες˙  Ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος, καί ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν˙ ἀπόλυσον τούς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τάς κώμας, ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα. Ὁ δέ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς˙ Οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν˙ δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. Οἱ δέ λέγουσιν αὐτῷ˙ Οὐκ ἔχομεν ὧδε, εἰ μή πέντε ἄρτους, καί δύω ἰχθύας. Ὁ δέ εἶπε˙ Φέρετέ μοι αὐτούς ὧδε. Καί κελεύσας τούς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπί τούς χόρτους, καί λαβών τούς πέντε ἄρτους, καί τούς δύω ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τόν οὐρανόν, εὐλόγησε˙ καί κλάσας, ἔδωκε τοῖς Μαθηταῖς τούς ἄρτους, οἱ δέ Μαθηταί τοῖς ὄχλοις. Καί ἔφαγον πάντες, καί ἐχορτάσθησαν˙ καί ἦραν τό περισσεῦον τῶν κλασμάτων, δώδεκα κοφίνους πλήρεις. Οἱ δέ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεί πεντακισχιλίοι, χωρίς γυναικῶν καί παιδίων. Καί εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τούς Μαθητάς αὑτοῦ, ἐμβῆναι εἰς τό πλοῖον, καί προάγειν αὐτόν εἰς τό πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τούς ὄχλους.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Τον καιρό εκείνο, όταν ο Ιησούς βγήκε στη στεριά, είδε πολύν κόσμο και τους σπλαχνίστηκε, και γιάτρεψε τους αρρώστους των. Όταν έπεσε το δειλινό, τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Ο τόπος είναι ερημικός, και η ώρα πια περασμένη. Διώξε τον κόσμο να πάνε στα χωριά για ν’ αγοράσουν φαγητά να φάνε». Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Δεν υπάρχει λόγος να φύγουν, δώστε τους εσείς να φάνε». Κι αυτοί του λένε: «Δεν έχουμε εδώ παρά πέντε ψωμιά και δύο ψάρια». Κι αυτός είπε: «Φέρτε μου τα εδώ». Κι αφού πρόσταξε τον κόσμο να καθίσει για φαγητό πάνω στο χορτάρι, πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό, τα ευλόγησε, έκοψε τα ψωμιά σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητές, κι οι μαθητές στο πλήθος.  Έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Και μάζεψαν τα περισσεύματα από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Αυτοί που έφαγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έγινε μια μάχη και είχαν τραυματιστεί πολλοί. Σε μια ανάπαυλα τους φορτώνουν στο αυτοκίνητο για να τους πάνε για νοσηλεία. Ήταν και ένα παιδί, νεοσύλλεκτος, 18 χρονών, βαριά τραυματισμένος. Όπως πήγαιναν για το νοσοκομείο, χτυπάει η καμπάνα μιας Εκκλησίας. Φωνάζει ο νεοσύλλεκτος:
-Σταματείστε. Εγώ δεν πιστεύω ότι θα ζήσω μέχρι το νοσοκομείο. Κατεβάστε με και πηγαίνετέ με στην Εκκλησία να πάρω τον Άρτο της Ζωής.
Με τα πολλά τον πήγαν στην Εκκλησία και μετέλαβε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Και τότε είπε: «Νῦν ἀπολύεις τόν δοῦλον σου, Δέσποτα…». Αλλά ο Θεός θέλησε να ζήσει, και μάλιστα να γράψει τα απομνημονεύματά του.
Θαυμάζει κανείς ένα παιδί 18 χρονών, που  -υποτίθεται- είχε μπροστά τη ζωή του, να προτιμάει τον Άρτο της Ζωής από τη φροντίδα για τη σωματική του υγεία.
Ένας δεκαοχτάρης μας δείχνει πόσο ανώτερη είναι η Όντως Ζωή μαζί με τον Χριστό από την απλή παράταση της επί γης ζωής˙ πόσο ανώτερο είναι το ψωμί της καρδιάς από το ψωμί της κοιλιάς˙ πόσο ανώτερο είναι το ψωμί που προσφέρει ο ουρανός από το ψωμί που προσφέρει η γη.  Και τελικά πόσο ανώτερο από το ψωμί που προσφέρει ο φούρναρης, είναι το ψωμί που προσφέρει εν τω ονόματι του Χριστού και κατ’ εντολή Του, ο δούλος Του, ο ιερέας μέσα στην Θεία Ευχαριστία.
Ο νεαρός στρατιώτης θυσίασε τη φροντίδα για την υγεία του, για να μη χάσει τον Άρτο της Ζωής. Είχε καταλάβει ότι χωρίς πνεύμα θυσίας δεν μπορείς να καταλάβεις και να αγαπήσεις Αυτόν, που έγινε θυσία για να μας χαρίσει τον Άρτο της Ζωής.
Με την αγάπη Του τρέφει ο Χριστός τον κόσμο. Και με την αγάπη αλέθεται το σιτάρι της ύπαρξής μας, για να γίνει τροφή και θυσία. Τροφή της ψυχής μας με την έμπρακτη αγάπη προς τους άλλους και θυσία στον Χριστό. Αγιασμός και σωτηρία όλου του κόσμου. Αμήν.